Το πασπαρτού της πολυπολιτισμικότητας

Γράφει ο κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος («Το μίσος για τα αρχαία», Καθημερινή, 08.01.2017):

Το μίσος για τα αρχαία δεν ευδοκιμεί μόνο στα μέρη μας. Φύεται σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια, μαζί με το μίσος για τα λατινικά […] Εκεί, βέβαια, η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών συνδέεται με όλη τη διάρθρωση της εκπαίδευσης στην πολυπολιτισμική κοινωνία. Αν ρόλος της εκπαίδευσης είναι και η αφομοίωση όσων προέρχονται από άλλους πολιτισμούς στις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και αν θεωρήσουμε ότι μέσα στις αξίες αυτές συγκαταλέγονται αυτές οι δύο γλώσσες, τότε τι θα κάνουμε; Θα διδάσκουμε στο Αφγανάκι ή το Πακιστανάκι τα γερουνδιακά του Κικέρωνα και τα ακροβατικά του Ευριπίδη; Θα τα τρελάνουμε και θα τα στείλουμε πακέτο στον ιμάμη της γειτονιάς. Αυτόν τουλάχιστον τον καταλαβαίνουν. Οπότε, προκειμένου να μη δημιουργήσουμε ανισότητες στο πολυπολιτισμικό σχολείο, ας αποφασίσουμε επιτέλους ότι τα πρωτότυπα δεν αποτελούν αξίες της καλλιέργειάς μας, ας τα διδάσκουμε από μετάφραση για να τελειώνουμε. Και όσοι θέλουν ας τα πάρουν ως μαθήματα κατ’ επιλογήν. Σχηματικά αυτή είναι η κυρίαρχη άποψη.

Εν προκειμένω, το ζήτημα δεν είναι ούτε αν η πολυπολιτισμικότητα είναι καλή ή κακή, ούτε αν είναι η κρατούσα ή μη άποψη. Επιπλέον, δεν έχει να κάνει με το αν πρέπει ή δεν πρέπει να διδάσκονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι αρχαίες γλώσσες. Κατά τον ΤΘ, εξαιτίας της πολυπολιτισμικότητας, στην ευρωπαϊκή επικράτεια διαμορφώθηκε η κυρίαρχη άποψη να διδάσκονται Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς από μετάφραση. Εμμέσως συνάγεται, επίσης, ότι αν οι περί την πολυπολιτισμικότητα απόψεις ήταν μειοψηφικές ή περιθωριακές, κατά πάσα πιθανότητα η διδασκαλία θα γινόταν από το πρωτότυπο.

Η διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών (ελληνικά και λατινικά) δεν βρίσκεται στις καλύτερες μέρες της, και το ίδιο ισχύει γενικότερα για τις ανθρωπιστικές σπουδές. Ακούγονται επιχειρήματα ωφελιμιστικού χαρακτήρα—κατανομή των πόρων σε πιο «χρήσιμα» γνωστικά αντικείμενα, π.χ. αγγλικά και πληροφορική—αυξάνεται η πίεση από τους γονείς προς τα παιδιά τους να στραφούν σε «χρήσιμες» σπουδές «με μέλλον», έντονος προβληματισμός αναπτύσσεται στους κλασικούς φιλολόγους για το πώς θα κάνουν θελκτικότερη τη διδασκαλία των αρχαίων γλωσσών προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτές τις τάσεις. Όλα αυτά και άλλα—σωστά ή εσφαλμένα είναι αδιάφορο εν προκειμένω—εμπλέκονται στις συζητήσεις, εκτός από το επιχείρημα του ΤΘ.

  • Στην Ολλανδία, χώρα με σχετικά καλό επίπεδο διδασκαλίας των αρχαίων γλωσσών, διαπιστώνεται ότι «μετά από έξι χρόνια μελέτης των λατινικών, ένας συντριπτικός αριθμός Ολλανδών μαθητών είναι ακόμη ανίκανοι να μεταφράσουν, σε 90 λεπτά και με τη βοήθεια λεξικού, ένα σχετικά απλό κείμενο» και ότι το πρόβλημα ξεκινά πολύ πριν τη μεταρρύθμιση του 1998: «η εκμάθηση των γλωσσών είναι και παραμένει η αχίλλειος πτέρνα της ολλανδικής κλασικής εκπαίδευσης». (Bas van Bommel, Les Classiques entre prospérité et crise — L’enseignement du Grec et du Latin aux Pays-Bas)
  • Στην Ιταλία διαπιστώνεται σοβαρή κρίση της κλασικής παιδείας. Την περσινή χρονιά (2015-2016) επέλεξε την κλασική κατεύθυνση μόνο το 5,5% των μαθητών, ενώ το 2008 το 10%. Μια από τις σοβαρές αιτίες είναι ότι οι γονείς προσανατολίζουν τα παιδιά τους προς κατευθύνσεις που τους φαίνονται πιο συγκεκριμένες, και συνεπώς τίθεται ένα κρίσιμο θέμα προσαρμογής στις κοινωνικές εξελίξεις. (Anne Le Ni, L’Italie cherche des solutions pour sauver les langues anciennes)
  • Κατά τον Laurent Bigorgne, διευθυντή του Ινστιτούτου Montaigne στη Γαλλία, άλλη είναι η προτεραιότητα: «Το αληθινό δράμα του γαλλικού σχολείου είναι το χαμηλό επίπεδο των μαθητών στα αγγλικά, μια γλώσσα που πολλοί θα χρησιμοποιούν στην καθημερινότητα. Είναι επίσης, προφανώς, το γεγονός ότι ένα 20% από την στοιχειώδη εκπαίδευση δίχως να ελέγχουν τη γραφή και την ανάγνωση. Τα μέσα που αφιερώνονται στα λατινικά και τα ελληνικά είναι μέσα που δεν αφιερώνονται στην εκμάθηση των γαλλικών και των αγγλικών». (Béatrice Bouniol & Denis Peiron, Le latin et le grec rajeunissent)
  • Οι διαμάχες εστιάζονται στον αριθμό των ωρών διδασκαλίας και καθόλου στη διδασκαλία από μετάφραση ή μη. Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι αντιδράσεις για τον περιορισμό της διδασκαλίας των γερμανικών. (Maxime Vaudano, Le latin et le grec ont-ils vraiment disparaître du collège?)
  • Οι διαμάχες επίσης εστιάζονται στον σχηματισμό των ελίτ. Πρόσφατο παράδειγμα η δημοσίευση του βιβλίου Monique Canto-Sperber, L’oligarchie de l’excellence, PUF, 2017. (Camille Stromboni, La fabrique du club de l’élite républicaine)
  • Σε πρόσφατη, σχετικώς εκτενή μελέτη για τη διδακτέα ύλη στο σχολείο δεν υπάρχουν καν οι λέξεις «latin» και «grec». (Roger-François Gauthier et Agnès Florin, Que doit-on apprendre à l’école? Savoirs scolaires et politique éducative)

Προφανώς, είναι απολύτως θεμιτή η κριτική της πολυπολιτισμικότητας. Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να χρησιμοποιείται η πολυπολιτισμικότητα σαν πασπαρτού για όλα τα δεινά της ανθρωπότητας υπάρχει μεγάλη απόσταση. Απόσταση ευθέως ανάλογη προς τον φανατισμό. Και τις διανοητικές ακροβασίες.

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s