Μια ριζοσπαστική καινοτομία στην κοινωνική πολιτική

[Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε πριν από δέκα χρόνια. Έκτοτε η ιδέα του βασικού εισοδήματος έχει γίνει ευρέως γνωστή και αποτέλεσε αντικείμενο αναρίθμητων μελετών, όπως αυτές που παραθέτω στο Συνδέσεις (05.12.2016).]

Τον περασμένο Ιανουάριο ο πρόεδρος Lula της Βραζιλίας κύρωσε τον νόμο για τη σταδιακή εισαγωγή από το 2005 του «βασικού εισοδήματος ή εισοδήματος του πολίτη»—ένα εισόδημα που θα χορηγείται, δίχως προϋποθέσεις, σε κάθε βραζιλιάνο και σε κάθε ξένο που διαμένει μόνιμα για τουλάχιστον πέντε χρόνια στη χώρα. Πληρωτέο κάθε μήνα, το εισόδημα αυτό θα είναι επαρκές για να καλύψει «τις ελάχιστες δαπάνες για διατροφή, κατοικία, εκπαίδευση και υγειονομική περίθαλψη», λαμβάνοντας υπόψη «το επίπεδο ανάπτυξης και τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας». Εξαιρώντας την Αλάσκα όπου έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα ανάλογο πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο από τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του πετρελαίου, είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να εφαρμοστεί σε τέτοια κλίμακα το (καθολικό ή άνευ προϋποθέσεων) βασικό εισόδημα (ΒΕ). Ανεξάρτητα από το αν θα πετύχει ή όχι, τούτη η προσπάθεια σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την κοινωνική πολιτική.

Η ιδέα για το ΒΕ δεν είναι νέα. Τολμηροί οραματιστές τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, ανάμεσά τους ο φιλελεύθερος στοχαστής Thomas Paine (1737-1809), ο οπαδός του ουτοπιστή σοσιαλιστή Φουριέ Joseph Charlier (1816-1896) και ο επινοητής της Διανεμητικής Οικονομίας Jacques Duboin (1878-1976), υποστήριξαν παρόμοιες προτάσεις. Με την επικράτηση του κράτους πρόνοιας περιέπεσε σε λήθη, επανήλθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του ’60 με τη σχετικά παρεμφερή πρόταση του M. Friedman για τον αρνητικό φόρο εισοδήματος. και την τελευταία εικοσαετία, με κέντρο τις μελέτες του Βέλγου φιλοσόφου Philippe Van Parijs, υπήρξε αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής επεξεργασίας και ευρέως δημόσιου διαλόγου.

Το καθολικό βασικό εισόδημα

Το ΒΕ—ένα εισόδημα χορηγούμενο δίχως καμιά προϋπόθεση σε κάθε πολίτη, σε ατομική βάση—είναι μια μείζων καινοτομία στην κοινωνική πολιτική. Κάθε πολίτης μιας χώρας (βιομήχανος, εργάτης, χρηματιστής, ανάπηρος ή μη, υπάλληλος, έμπορος, αγρότης, άνεργος, νοικοκυρά) θα εισπράττει ένα καθορισμένο ποσό, σε τακτά χρονικά διαστήματα και μέχρι το τέλος της ζωής του, το οποίο κατόπιν θα συμπληρώνει από άλλες πηγές με την εργασία του, δίχως να ελέγχεται αν εργάζεται ή αν προτίθεται να εργαστεί. Υπάρχουν αρκετές παραλλαγές στο βασικό σχήμα του ΒΕ, ανάλογα με το ύψος του, τις πηγές χρηματοδότησης και τον τρόπο υλοποίησής του (Στους δικαιούχους θα συμπεριλαμβάνονται οι ανήλικοι, οι φυλακισμένοι, οι ξένοι εργάτες; Θα είναι ή όχι επαρκές για να ζήσει κάποιος; Θα διατηρηθούν και σε τι ύψος τα άλλα επιδόματα;).

Η ιδέα είναι εξαιρετικά ριζοσπαστική αφού, αντίθετα με τις πολιτικές κατά της φτώχειας που διαδέχονται η μια την άλλη, πρόκειται για καθολικό ανασχεδιασμό του κοινωνικού κράτους. Το μέγεθος αυτής της αλλαγής προκαλεί φυσικά δέος σε πολλούς, από την αριστερά έως τη δεξιά, οι οποίοι τη θεωρούν ηθικά αμφισβητήσιμη και παντελώς ανεδαφική, μια ουτοπία που δεν αξίζει καν τον κόπο να συζητηθεί. Η πρόταση, ωστόσο, βασίζεται σε μια συνεκτική λογική και απαντά κατά πολλούς, επίσης από την αριστερά έως τη δεξιά, στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι δυτικές κοινωνίες καθώς μεταμορφώνονται σε μεταβιομηχανικές. Δεν είναι περίεργο, επομένως, ότι αναπτύχθηκαν έντονες διαμάχες για το ΒΕ με απόψεις που φθάνουν σε αφορισμούς του τύπου, από τη μια, «καπιταλιστική οδός προς τον κομμουνισμό» και «μέσο για να καταστεί υποφερτός ο κοινωνικός αποκλεισμός» και, από την άλλη, «αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων εν ονόματι της ευλυγισίας στην αγορά εργασίας» και «καταβαράθρωση του κοινωνικού κράτους».

Δύο επιχειρήματα υπέρ του βασικού εισοδήματος

Θα σκιαγραφήσω μόνο δύο από τα πολλά επιχειρήματα που έχουν διατυπωθεί υπέρ του ΒΕ. Πρώτον, ενώ το κράτος πρόνοιας εδράστηκε σε έναν συνδυασμό προσωπικής ασφάλισης και στην αρχή της αλληλεγγύης, η αναδιανομή των εισοδημάτων μέσω του ΒΕ δεν βασίζεται ούτε στις εισφορές του πολίτη ούτε στις ανάγκες του, αλλά στο θεμελιώδες γεγονός ότι ανήκει σε μια κοινωνία. Διατυπωμένη ήδη από τον Τ. Paine (η γη είναι ένα «κοινό αγαθό του οποίου η ιδιοποίηση από τους μεν δικαιολογεί την παραχώρηση ενός ελάχιστου εισοδήματος στους δε»), η επιχειρηματολογία με σύγχρονους όρους είναι ότι οι εισοδηματικές ανισοτήτες κατά το μεγαλύτερο μέρος τους απορρέουν από τις διαφορές στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου, κυρίως από τις άνισες ευκαιρίες πρόσβασης στο λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο. Στο κοινωνικό κεφάλαιο, το οποίο περιλαμβάνει τις τεχνικές και οργανωσιακές υποδομές, γνώσεις, τεχνολογία, διοικητικές δεξιότητες που αναπτύχθηκαν συλλογικά στο παρελθόν, οφείλεται πρωτίστως η δημιουργία του πλούτου.

Δεύτερον, η πλήρης απασχόληση, όπως τη γνωρίσαμε μεταπολεμικά, φαίνεται ότι υπήρξε ένα εξαιρετικό ιστορικό φαινόμενο, το οποίο δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Ουδείς πιστεύω μπορεί να ισχυριστεί πειστικά πως οι σύγχρονες οικονομίες μπορούν, ακόμη κι αν αγνοήσουν τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς, να πετύχουν τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να παραχθούν οι απαιτούμενες θέσεις εργασίας και να αντιμετωπιστούν οι διευρυνόμενες ανισότητες και η διογκούμενη φτώχεια. Μια διέξοδος είναι να περιοριστεί το σχετικό κόστος της εργασίας με αναπόφευκτο, όμως, αποτέλεσμα επιδείνωση του επιπέδου της ζωής μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Παρομοίως, ο περιορισμός της εργάσιμης εβδομάδας ώστε να κατανεμηθεί το σύνολο της εργασίας σε περισσότερους, εξαιτίας των πιέσεων στο κόστος παραγωγής, είναι αδύνατον να μην οδηγήσει σε αύξηση της φτώχειας, αν δεν συνοδευτεί με ενισχύσεις στους χαμηλόμισθους.

Το ΒΕ επιτρέπει να δοθεί μια απάντηση στην κρίση της απασχόλησης, αρκεί να μη θεωρηθεί ότι η πάλη κατά της ανεργίας σημαίνει εμμονή στο παραδοσιακό μοντέλο που ταυτίζει την εργασία με την απασχόληση. Καταρχάς, επιτρέπει σε εργαζόμενους να αποδέχονται θέσεις εργασίας με μικρές απαιτήσεις ειδίκευσης και σχετικά χαμηλά αμειβόμενες, και αυτές μόνον αν τις θεωρούν σχετικά ελκυστικές. Επιπλέον, επειδή μειώνεται η άμεση πίεση για εργασία λόγω του ΒΕ, ο εργαζόμενος έχει την ευχέρεια να περιορίζει τον χρόνο εργασίας αποδεχόμενος θέσεις μερικής απασχόλησης. Ως εκ τούτου, στο μεσοδιάστημα μεταξύ δύο εργασιών μπορεί να διαθέτει τον χρόνο του σε άλλες δραστηριότητες: αυτοαπασχόληση, κατάρτιση, φροντίδα των παιδιών ή ηλικιωμένων γονέων, ή σε δραστηριότητες της κοινωνίας των πολιτών. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι είναι μάλλον αβάσιμος ο φόβος ότι η προσφορά εργασίας πρόκειται να μειωθεί. Πράγματι, αφενός, το ΒΕ σε καμιά από τις τρέχουσες προτάσεις δεν επιτρέπει σε κάποιον να ζει άνετα και, αφετέρου, είναι γνωστό ότι το κίνητρο για την απόκτηση μεγαλύτερων εισοδημάτων εξαρτάται πρωτίστως από τα κοινωνικά πρότυπα, παρά από την ατομική επιθυμία για αγαθά και σχόλη ή το διαθέσιμο εισόδημα.

Μολονότι θα ήταν εξαιρετικά αφελές να πιστέψουμε ότι έχουν ωριμάσει οι πολιτικές συνθήκες για την υλοποίησή της, το ΒΕ είναι μια σοβαρή πρόταση η οποία θα πρέπει να συζητηθεί και στη χώρα μας. Αν συμφωνούμε ότι το κράτος πρόνοιας έχει φθάσει στα όριά του, αν δεν πιστεύουμε ότι η πλήρης απασχόληση όπως τη γνωρίσαμε στη χρυσή μεταπολεμική εποχή είναι εφικτή, αν δεν θέλουμε να κλείνουμε τα μάτια μας μπρος στην αυξανόμενη φτώχεια, αν εκτιμούμε ότι ο αποκλεισμός και η απομόνωση απειλούν την κοινωνική συνοχή, το ΒΕ πρέπει πλέον να εγγραφεί στην ατζέντα των υπό διερεύνηση προτάσεων για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των προβλημάτων που συνδέονται με το σύγχρονο κοινωνικό κράτος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s