Μήπως το κιτς είναι κάτι περισσότερο;

Γράφτηκαν διάφορα σκωπτικά και μη για το ενδυματολογικό κιτς των βουλευτριών και των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στο πάρτι του Μαξίμου. Μήπως, όμως, το κιτς είναι κάτι περισσότερο από την κακογουστιά, το «φτηνό», το χοντροκομμένο; Μήπως το αισθητικό κιτς είναι μόνο μία από διάφορες εκδοχές ενός γενικότερου φαινομένου, οι οποίες επιχειρούν να απαντήσουν στις δυσκολίες της νεωτερικότητας; Και ειδικότερα, μετά από όσα είδαμε τα τελευταία χρόνια από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, μήπως είναι επίσης ένα μέσο για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας;

Ο Αλέξης ντε Τοκβίλ το είχε διαισθανθεί όταν έγραφε πως μια από τις ατυχείς, παράπλευρες συνέπειες τις δημοκρατίας είναι η τάση, προκειμένου κάτι να καταστεί μαζικά κατανοητό, να ευτελίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Στην Αφάνταστη Ελαφρότητα του Είναι, ο Μίλαν Κούντερα προχωράει ένα βήμα παραπέρα:

Το κιτς κάνει να αναβλύζουν, το ένα μετά το άλλο, δυο δάκρυα συγκίνησης. Το πρώτο δάκρυ λέει: Τι ωραία που είναι τα πιτσιρίκια που τρέχουν σ’ ένα πάρκο!

Το δεύτερο δάκρυ λέει: Τι ωραία που είναι να συγκινείσαι μαζί με ολόκληρη την ανθρωπότητα βλέποντας τα πιτσιρίκια να τρέχουν σ’ ένα πάρκο!

Μόνο το δεύτερο αυτό δάκρυ κάνει το κιτς να είναι κιτς. Η αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων ουδέποτε θα μπορέσει να βασισθεί πουθενά αλλού, παρά στο κιτς.

Το δεύτερο δάκρυ είναι η συλλογική συγκίνηση: πόσο τυχεροί είμαστε που όλοι μαζί φοβόμαστε ή οργιζόμαστε, που θα αλλάξουμε την Ελλάδα και την Ευρώπη, που δεν θα αυτοκτονεί ο κόσμος, που δεν χάνει το σπίτι του. Όλοι, μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο που μας κάνει να κλαίμε για τα παιδάκια που λιποθυμούν από την πείνα στα σχολεία, τη Θεανώ Φωτίου που μας νοιάζεται με τα γεμιστά της, τον ετοιμοπόλεμο Πάνο Καμμένο με στολή παραλλαγής, το γελαστό παιδί Α. Τσίπρα που χαμογελώντας απειλεί θεούς και δαίμονες για τη δυστυχία μας.

Το κιτς κεφαλοποιεί την επιθυμία μας να μην είμαστε μόνοι. Απλοϊκότητα και συγκίνηση πάνε χέρι-χέρι. Το κιτς δεν θέλει να σκέπτεται: εξωραΐζει το προβληματικό, καθησυχάζει, και εγκαθιδρύει μια εύκολη και απατηλή ενότητα του ατόμου με τον κόσμο, που επιτρέπει στον καθένα να λέει με σιγουριά «πρώτα οι άνθρωποι, μετά οι αριθμοί». Το μόνο που θέλει είναι να φουντώσουμε από συγκίνηση. Γιατί ξέρει πως αυτά παράγουν ενέργεια, κινητοποιούν.

Το κιτς είναι η απόδραση σε έναν ανύπαρκτο κόσμο. Είναι ο κόσμος της απλοϊκότητας που αρχίζει και τελειώνει με το «αισθάνομαι». Δεν χρειάζεται ενδιαμέσως να σκεφθώ για να ξέρω.

Το κιτς καταρρέει όταν καταλάβουμε περί τίνος πρόκειται. Και τότε έρχεται το τρίτο δάκρυ, λέει η Allison Coffelt. Είναι το δάκρυ που κυλάει επειδή συναισθανόμαστε τελικά την τραγωδία της απόδρασής μας. Δεν υπάρχει τρίτο δάκρυ, αν δεν έχουν προϋπάρξει το πρώτο και το δεύτερο. Διότι, αντί να επιχειρήσουμε να φτιάξουμε έναν λίγο καλύτερο κόσμο, διαλέξαμε τη φαντασίωση της απόδρασης. Διότι υπήρξαμε θύματα μιας συλλογικής συγκινησιακής χειραγώγησης.

Είναι αυτό το δάκρυ που βλέπουμε να κυλάει γύρω μας.

 

ΝΒ. Το κείμενο βασίστηκε στα Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι (Μετάφραση: Κατερίνα Δασκαλάκη, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα “ΤΟ ΒΗΜΑ”, 2007), Allison Coffelt, «Shedding the Third Tear: Donald Trump’s Kitschy World» (Los Angeles Review of Books, 07.10.2016), Stephen Linstead, «Organizational Kitsch» (Organization, 9(4): 657-682) και George Saunders, «Who Are All These Trump Supporters?» (The New Yorker, July 11 & 18, 2016 Issue).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s