Περί ΣΥΡΙΖΑ

 

Υποστηρίζεται από πολλούς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό, μαρξιστικό κόμμα που αποσκοπεί να εγκαθιδρύσει ένα ολοκληρωτικό, σοσιαλιστικό καθεστώς στη χώρα—με πρότυπο τη Βενεζουέλα του Τσάβες, αποκλείοντας για άγνωστους σε μένα λόγους τη Β. Κορέα και την Κούβα—και πως ό,τι κάνει συγκλίνει, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε ανεπιτυχώς, προς αυτή την κατεύθυνση. Πιστεύω πως αυτή η άποψη (α) είναι εσφαλμένη, οδηγεί σε συγχύσεις, και καταλήγει αναπόφευκτα σε ακρότητες του τύπου ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν περιλαμβάνεται στα κόμματα του συνταγματικού τόξου. και, παλεύοντας με ανεμόμυλους,  (β) υποτιμά τη ζημία που προκάλεσε και προκαλεί στην ελληνική κοινωνία. Σημειωτέον, μιλώ για την ουσία της άποψης και παραβλέπω την εργαλειοποίησή της, τ.έ. τον συσπειρωτικό της ρόλο στον λεγόμενο φιλοευρωπαϊκό χώρο.

Οι επόμενες είναι ορισμένες από τις αντιρρήσεις μου όσον αφορά την ορθότητά της:

  • Είναι παράδοξο να συγκρίνεται (ταυτίζεται;) ο Τσάβες με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρώτος, στην εποχή των παχιών αγελάδων λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου, έκανε σειρά κρατικοποιήσεων και εφάρμοσε μια πρωτοφανή κοινωνική πολιτική. Απεναντίας, ο ΣΥΡΙΖΑ περιμένει εναγωνίως την εκταμίευση των δόσεων, ψηφίζει τα πιο «νεοφιλελεύθερα» μέτρα, έκανε ή ολοκλήρωσε περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις από τους «σαμαροβενιζέλους», η κοινωνική του πολιτική χρηματοδοτείται ουσιαστικά από κοινοτικά κονδύλια, και το περίφημο «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης» απεδείχθη εν μια νυκτί χαμένες ανθρωποώρες εργασίας.
  • Μόνο αν διαθέτει κανείς μπόλικη φαντασία και εμμονές επιπέδου Αρ. Μπαλτά μπορεί να πιστεύει πως ό,τι ο ΣΥΡΙΖΑ ιδιωτικοποιεί σήμερα θα το κρατικοποιήσει αύριο όταν γίνει καθεστώς—για να μην πω ότι τέτοιοι ισχυρισμοί απορρέουν από ανερμάτιστες φοβίες πως θα κυβερνά στο διηνεκές. Είναι απορίας άξιο πώς η μελοδραματική αρλούμπα «ηττηθήκαμε από έναν ανώτερο αντίπαλο, αλλά συνεχίζουμε τον αγώνα» έγινε λιγότερο πιστευτή από συριζαίους οπαδούς, που την ερμήνευσαν ορθώς μόνο ως «κολοτούμπα». και περισσότερο από αντισυριζαίους, που την ερμήνευσαν εσφαλμένα ότι, παρά την «κολοτούμπα», έχει ακόμη κρυφή ατζέντα για έξοδο από το ευρώ και εγκαθίδρυση ολοκληρωτικού καθεστώτος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός οδηγεί στο παράλογο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του μνημονίου εξυπηρετεί εντέλει αυτόν τον σκοπό.
  • Ο ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε ουσιαστικά περίπου από το 20% του ελληνικού λαού. Το ποσοστό αυτό ήδη έχει μειωθεί και συνεχίζει να μειώνεται, όπως δείχνουν τόσο οι δημοσκοπήσεις όσο και οι άμεσες εμπειρίες ενός εκάστου από τον περίγυρό του. και επιβεβαιώνεται επίσης από τη συρρίκνωση της οργανωμένης βάσης του κόμματος και τη δυσκολία νέων στρατολογιών (Εποχή, 27.09.2016 <https://goo.gl/2Nt52P>).
  • Στα όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στη Δικαιοσύνη, εξ όσων λέγονται πρωτοστατεί υπουργός, στέλεχος της καραμανλικής Δεξιάς, από την οποία προέρχεται επίσης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και άλλα διορισμένα στελέχη στην κρατική μηχανή, θρησκόληπτοι και ακροδεξιοί αντιμνημονιακοί. Θα είναι διαχρονικώς παγκόσμια πρωτοτυπία να έχει συνυφανθεί συνωμοσία της Αριστεράς και τμήματος της Δεξιάς για την επιβολή ολοκληρωτικού-σοσιαλιστικού καθεστώτος στη χώρα.

Τούτων και άλλων δοθέντων, και δίχως να συνυπολογίζονται η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι διεθνείς οργανισμοί στους οποίους συμμετέχει η χώρα, όποιος υποστηρίζει αυτή την άποψη θα πρέπει να εξηγήσει (α) πώς ένα κόμμα που αποσυντίθεται μέρα με τη μέρα θα επιβάλλει κάποια μορφή καθεστώτος Τσάβες. και (β) με ποια λογική το κυβερνόν μάλιστα κόμμα δεν περιλαμβάνεται στα κόμματα του συνταγματικού τόξου, άποψη που ούτε η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι υιοθετούν, ούτε η ΕΕ και οι ΗΠΑ. Εκτός πια αν άπαντες υπέστησαν ομαδική παράκρουση. Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη ανάμεσα στις θεσμικές ατασθαλίες, έστω και στα όρια της θεσμικής εκτροπής, με τον χαρακτηρισμό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται εκτός του συνταγματικού τόξου, που δηλητηριάζει αδικαιολόγητα τον πολιτικό βίο στη χώρα.

Σημειωτέον, αν δεν έχουν εξαφανιστεί, έχουν αραιώσει οι αναφορές συριζαίων στη Βενεζουέλα από τη στιγμή που, λόγω της κατάρρευσης των τιμών του πετρελαίου, απεδείχθη ότι το οικονομικό της μοντέλο δεν είναι βιώσιμο. Δεν θα εκπλαγώ καθόλου μάλιστα, αν τους ακούσω να διατείνονται, με την ίδια απύλωτη θρασύτητα που ισχυρίζονται πως ουδέποτε μίλησαν για κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και για πολλά άλλα, ότι ουδέποτε εκθείασαν τον Τσάβες. Παρά ταύτα, τα ατέλειωτα, υπαρκτά εγκώμιά τους προς το καθεστώς Τσάβες στο παρελθόν παραπέμπουν στις τριτοκοσμικές περιπλανήσεις (Καντάφι, Μπάαθ) του λαϊκιστικού ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Αυτό, κάτι μας λέει.[1]

Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ είναι μια (κατά την προσφιλή μου τριτοδιεθνιστική μπαρούφα) “διαλεκτική σύνθεση” μεταλλαγμένων «κνιτομπανιάδων» και του λαϊκιστικού βαθέος ΠΑΣΟΚ.[2] Η αποχώρηση το περασμένο καλοκαίρι σταλινοειδών αριστερίστικων και παλαιοσοβιετόφιλων ομάδων, οι οποίες είχαν σταθερή αναφορά τον μαρξισμό-λενινισμό (και ορισμένες τον μαοϊσμό), ξεκαθάρισε εν μέρει το τοπίο. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε η διακυβέρνηση.

Δεν πρόκειται να αναλύσω τις ιδεολογικές αναφορές των «κνιτομπανιάδων» μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, τη μίξη μαρξιστικών θεωριών της δεκαετίας του ’70—που παρεμπιπτόντως διεθνώς έχουν περιθωριοποιηθεί—με μεταμοντέρνες, μετακομμουνιστικές αντιλήψεις που όχι σπάνια αγγίζουν τα όρια της ασυναρτησίας. Αυτό το συνονθύλευμα των απόψεων μπορεί να είναι συγγενές με τον μαρξισμό, δύσκολα όμως μπορεί να χαρακτηριστεί αμιγώς μαρξιστικό. Δεν είναι, όμως, αυτό το ζήτημα.

Υποθέτω ότι όσοι ισχυρίζονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «μαρξιστικό» κόμμα εννοούν ότι (α) η δεσπόζουσα ιδεολογία είναι η μαρξιστική και (β) ο αμετακίνητος στόχος του είναι η επαναστατική αλλαγή στη χώρα, δηλαδή ο κοινωνικός μετασχηματισμός μέσω του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Το (α) δίχως το (β) αφορά λέσχες συζητήσεων που μπορούν να υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι.

Ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό προήλθε από τη ρήξη με τις αντιλήψεις περί εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα και έκτοτε παραμένει τόσο γενική έννοια ώστε δεν έχει την παραμικρή επιχειρησιακή αξία. Ενόσω είσαι στην αντιπολίτευση μπορείς να συζητάς ακατάπαυστα προσπαθώντας να προσδιορίσεις το νόημά του. εάν, όμως, είσαι κυβέρνηση, αυτή η νεφελώδης έννοια θα πρέπει να εξειδικευτεί σε επιμέρους επιχειρησιακούς στόχους, και εδώ τα πράγματα περιπλέκονται, ιδίως όταν είσαι αναγκασμένος να κινείσαι μέσα στους μνημονιακούς περιορισμούς. Δεν πρόκειται για ελληνική αδυναμία. Το αδιέξοδο είναι διεθνές, αλλά αν ισχύει μία φορά για τη σοσιαλδημοκρατία, ισχύει δέκα φορές για τη ριζοσπαστική Aριστερά που έχει καθαγιάσει τον βολονταρισμό ως λύτη προβλημάτων. Ισχύει γενικά, και όχι μόνο για την Αριστερά, ό,τι διαπίστωνε ο Στέφαν Τσβάιχ σχετικά με την αδυναμία ερμηνείας του ανίατου θρυμματισμού της Ευρώπης το 1914: “ο κόσμος διαφεύγει από τους διανοούμενους του ‘χθεσινού κόσμου’”.

Από την άλλη, οι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ είναι διαποτισμένοι με έναν λαϊκισμό με βαθιές ρίζες, ο οποίος άνθησε τη δεκαετία του ΄80, ανέδειξε τον κορπορατισμό και τον κρατισμό, την παρεοκρατία και την ίντριγκα  σε raison d’être της προσωπικής τους πολιτικής ύπαρξης, παρήγαγε πολιτικά στελέχη που ταύτιζαν τον εαυτό τους με το κράτος, και αναδείχθηκαν τελικώς πρωταθλητές στη λεηλασία του. Αυτό το στελεχικό δυναμικό και οι επίγονοί τους μετακόμισαν μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ, συμμετέχουν στην κυβέρνηση και έχουν καταλάβει κρατικές θέσεις. Εάν μάλιστα κάτι έδειξε η υπόθεση Καλογρίτσα είναι ότι ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει τον παραμικρό ενδοιασμό να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία αυτών των στελεχών όσον αφορά  το παρασκήνιο, συνωμοσίες και πρακτικές στα όρια της νομιμότητας. Επιπλέον, δίπλα τους γαλουχήθηκε μια νέα γενιά ίδιας νοοτροπίας, η οποία έδεσε δίχως μεγάλες δυσκολίες με τη γενιά που μεγάλωσε με κινηματική κουλτούρα και βολονταρισμό. Από αυτές τις ομάδες ξεπήδησαν διορισμένοι “ταλιμπάν” σύμβουλοι, οι οποίοι, σύμφωνα με διάφορα περιστατικά που έχουν αναφερθεί, απευθύνονται με περισσή αυθάδεια και αναίδεια σε πεπειραμένους υπαλλήλους, καταλύοντας κάθε έννοια διοικητικής ιεραρχίας—τις δηλώσεις της αν. υπουργού Θ. Φωτίου κατά των υπαλλήλων στο υπουργείο της μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε και υπ’ αυτό το πρίσμα.

Η συνύπαρξη των δύο αυτών συνιστωσών έληξε με κατά κράτος νίκη του βαθέος ΠΑΣΟΚ, όχι στο επίπεδο των κομματικών και κρατικών θέσεων, αλλά στο ιδεοσύστημα, τ.έ. στις πεποιθήσεις και αξίες.[3] Είναι κυρίως εξαιτίας αυτής της νίκης, που δικαιούμαι να μη χαρακτηρίζω αριστερό κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι ιστορικά προέρχεται από την (αλά ελληνικά πάντα) μήτρα της Αριστεράς και εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο. Πιστεύω πως το μείζον χαρακτηριστικό του είναι ο λαϊκισμός και το έλασσον η αριστερή κουλτούρα. Πάντως, θα πρέπει κάποιος να έχει επιστρέψει από διαγαλαξιακό ταξίδι για να ισχυρίζεται ότι αποτελούν πρωτοφανή και άρα αποκλειστικά χαρακτηριστικά της Αριστεράς όσα είδαμε μέχρι σήμερα (οικογενειοκρατία, ευνοιοκρατία και παρεοκρατία, αναξιοκρατικοί διορισμοί, πλήρης κομματικοποίηση του κράτους, “περίεργες” φορολογικές δηλώσεις στελεχών του, κορπορατισμός). Αναλύσεις επίσης της ρητορείας του έχουν δείξει τα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τη ρητορική άλλων λαϊκιστών, συμπεριλαμβανομένου του Ντόναλντ Τραμπ.

Για ποιον λόγο επικράτησε; Την επαύριο της ψήφισης του μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να ανασυγκροτήσει το ιδεοσύστημά του προκειμένου να άρει τη γνωσιακή του δυσαρμονία. Το ιδεολόγημα της αντίστασης («διαπραγματευόμαστε σκληρά») εξαερώθηκε τάχιστα.[4] Ως εκ τούτου, οι λύσεις ήταν:

  • Η κλάψα της ήττας («ηττηθήκαμε από υπέρτερες δυνάμεις, αλλά κρατάμε την ψυχή μας») λειτούργησε μεν για ένα διάστημα συσπειρωτικά, αλλά ήταν υπερβολικά μελό για να αντέξει στον χρόνο.
  • Παρεμβάσεις σε τομείς στους οποίους θα μπορούσε να αποτυπωθεί ένα αριστερό στίγμα. Αυτές αναζητούνται ακόμη και σήμερα, και μάλιστα ενόψει του συνεδρίου. Όσα συμβαίνουν στην Παιδεία, Υγεία, Δικαιοσύνη ασφαλώς είναι παρεμβάσεις, αλλά μόνο αριστερές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν.
  • Η απόλαυση της εξουσίας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Εκ των πραγμάτων, αποδείχθηκε μονόδρομος για δύο τουλάχιστον λόγους: πρώτον, διότι οι δύο προηγούμενες λύσεις γρήγορα αποδείχθηκαν εντελώς ανεπαρκείς και, δεύτερον, διότι οι πανέτοιμοι για τη νομή της εξουσίας ήταν πολλοί και πριν τη μνημονιακή στροφή.

Επιπλέον, η εντυπωσιακά άνετη συμβίωση με τους ΑΝΕΛ δημιούργησε μια ώσμωση—της οποίας η πιο soft εκδοχή είναι ο αυτοευνουχισμός των συριζαίων έναντι των ΑΝΕΛ και η πιο hard (έως τώρα) o υφυπουργός Θ. Πελεγρίνης και οι όμοιοί του.

Ειδικοί πολιτικοί επιστήμονες θα προσδιορίσουν με ακρίβεια την πραγματική φύση του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ και της διακυβέρνησής του, αλλά ο “ολοκληρωτισμός” είναι ακυρολεξία όσον αφορά το προς τα πού οδεύει—τουλάχιστον όπως χρησιμοποιείται επιστημονικά και όχι επικοινωνιακά.

Πάντως, η οποιαδήποτε ανάλυση δεν μπορεί να αγνοεί: (α) Τη συγκρότηση ομάδων συμφερόντων που είναι ήδη ανιχνεύσιμα. (β) Το γεγονός ότι, αν δεν έχει ενισχυθεί, ο αντιευρωπαϊσμός σίγουρα δεν έχει υποχωρήσει, ενώ είναι έκδηλο ένα φλερτ με τη Ρωσία του Πούτιν. (γ) Την περιφρόνηση προς τους θεσμούς που, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί κεντρικό του χαρακτηριστικό. Η δυσανεξία του ΣΥΡΙΖΑ στη δημοκρατία και την ελευθερία εν μέρει μπορεί να οφείλεται στις αριστερές καταβολές, εν μέρει στη λαϊκιστική ωμότητα και την απαξίωση  των θεσμών από άτομα αδιευκρίνιστου πολιτικού και πολιτιστικού επιπέδου (την οποία επίσης ζήσαμε στη δεκαετία του ’80 με αποκορύφωμα τα δίχρωμα ψηφοδέλτια) και εν μέρει σε μια εμφανή παγκόσμια τάση προς αυτή την κατεύθυνση (Πούτιν, Ερντογάν).

Συνοψίζοντας:

  • Στα δύο σχεδόν χρόνια διακυβέρνησης, τι έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυθεντικά «αριστερό» ή τι έκανε που δεν έκαναν ή δεν θα μπορούσαν να κάνουν οι «σαμαροβενιζέλοι»;
  • Πέραν των κλαυθμών και των οδυρμών ότι δεν μας αφήνουν να αγιάσουμε (ψυχική οδύνη που παρεμπιπτόντως ενίοτε ανακουφίζουν οι απευθείας αναθέσεις και οι αναξιοκρατικοί διορισμοί), τι παρήγαγε σε επίπεδο πολιτικής για το οποίο καυχιέται ότι αποτελεί παρακαταθήκη της διακυβέρνησής του για το μέλλον;
  • Λίγο με ενδιαφέρει αν ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να χαρακτηριστεί αριστερό ή όχι κόμμα, αν προηγουμένως γίνει δεκτό ότι το μείζον χαρακτηριστικό του είναι ο λαϊκισμός. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσα να δεχθώ και τον όρο «αριστερός λαϊκισμός», μολονότι μου φαίνεται πλεονασμός. Τα υπόλοιπα μοιάζουν με συζητήσεις περί του φύλου των αγγέλων.

Όπως πάρα πολλοί άλλοι, ήλπιζα πως το σοκ από την πτώχευση θα δρούσε καταλυτικά στην ελληνική κοινωνία και θα την άλλαζε σε μεγάλο βαθμό. Πίστευα και πιστεύω ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι μεν εκ των ων ουκ άνευ για την ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά ανεπαρκείς αν δεν αλλάξουν οι δεσπόζουσες αξίες και νοοτροπίες. Προφανώς, οι νοοτροπίες δεν αλλάζουν ούτε με διατάγματα ούτε από τη μια μέρα στην άλλη. Με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όμως, έγινε ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω. Αυτή είναι μέγιστη ζημία για τον τόπο, λιγότερο μεν απτή από τα 80 τόσα δισ. που χρέωσαν τη χώρα ή τις οπισθοδρομικές αλλαγές στην Παιδεία, αλλά εξίσου πραγματική.

Η ευκολία με την οποία απεμπολούν μεγάλες και μικρές θέσεις, αν μη τι άλλο καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ούτε ιδεολογικό ούτε ηθικό έρμα. Δεν πρόκειται για έναν καλώς νοούμενο πολιτικό πραγματισμό. Πρόκειται για γάντζωμα στην εξουσία. και για τίποτα άλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ

  • Επανέφερε μια αντίληψη της πολιτικής η οποία επιτρέπει να λες ό,τι θες στην αντιπολίτευση αρκεί να κερδίσεις τις εκλογές, συμπεριλαμβανομένων προσωπικών προσβολών και χυδαιοτήτων περί «γερμανοτσολιάδων» και τα συναφή.
  • Νομιμοποίησε με τον πλέον ξετσίπωτο τρόπο το ψεύδος στην πολιτική ζωή, τις τερατολογίες, τις ασυναρτησίες, την παρεοκρατία. Δεν ξέρω πώς και πόσο γρήγορα μπορεί να διορθωθεί αυτό. Ελάχιστα ενδιαφέρει αν οι ασύστολες προεκλογικές υποσχέσεις ήσαν αποτέλεσμα ενσυνείδητων ψεμάτων, ή ενός αχαλίνωτου βολονταρισμού, υπερεμπιστοσύνης ή εθελοτυφλίας που γεννούσαν αυταπάτες. Ήταν τόσες πολλές και τόσο κρίσιμης σημασίας οι «αυταπάτες», ώστε ούτε πειστικές είναι οι δικαιολογίες ούτε αρκεί μια συγνώμη. Άλλωστε, η ευκολία με την οποία πέρασε από τη μια άποψη στην αντίθετή της προδίδει στην καλύτερη περίπτωση αφάνταστη έλλειψη σοβαρότητας και στη χειρότερη απύθμενο κυνισμό: από το «δεν πληρώνω», πέρασε στο «είναι πατριωτικό καθήκον η πληρωμή των φόρων» και σε αυτάρεσκες δηλώσεις περί αυξημένων φορολογικών εσόδων.
  • Καθαγίασε τη λογική του “όλα επιτρέπονται στην πολιτική” και την πλέον κυνική νομή της εξουσίας που έχει γνωρίσει ο τόπος τα τελευταία χρόνια. Υποτίθεται ότι το πολιτικό πρόγραμμα ενός κόμματος αποτυπώνει στους στόχους του το αξιακό σύστημα των μελών του και στις επιμέρους προτάσεις του το πώς θα υλοποιηθούν αυτοί οι στόχοι. Πού βρίσκεται η αξιοπρέπεια και πού η ντροπή, όταν το υποτιθέμενο αξιακό τους σύστημα γίνεται σμπαράλια συνεχώς και δεν βλέπεις ούτε μία παραίτηση, ούτε καν διαφοροποίηση σε ψηφοφορίες, που θα μπορούσαν να σώσουν κάπως τα προσχήματα (π.χ. η απόλυτη γελοιοποίηση των οικολόγων της κυβέρνησης);

Από μια άποψη, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το κύριο πρόβλημα της χώρας. Η απαξίωση και η αποδοκιμασία του έχουν πάρει κατακλυσμιαίες διαστάσεις. Στο επικείμενο συνέδριό του θα προσπαθήσει να ανασυνταχθεί, επιχειρώντας να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα της ταυτότητάς του. Προβλέπω ότι η απάντηση θα είναι του τύπου «είμαι και δεν είμαι». Διότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη απάντηση. Δεν ξέρω πόσο ικανοποιημένοι θα αποχωρήσουν οι σύνεδροι από το συνέδριο. Το βέβαιο είναι ότι αυτή η «διαλεκτική σύνθεση» θα αφορά μόνον αυτούς, και πιθανόν όχι όλους.

Το κύριο πρόβλημα πλέον είναι η επόμενη διακυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε με απόλυτη συνέπεια από την πρώτη μέχρι την τελευταία λέξη την ορθότητα της ρήσης: «Όταν λογομαχείς ανόητα, εκστρατεύεις προεκλογικά ανόητα. Όταν εκστρατεύεις προεκλογικά ανόητα, κερδίζεις ανόητα. Και όταν κερδίζεις ανόητα, κυβερνάς ανόητα» (David Frum). Η αντιπολίτευση και ιδίως η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πρέπει να υποπέσουν στο ίδιο σφάλμα. Υπάρχουν σημαντικότερα ζητήματα από τα περί Βενεζουέλας και συνταγματικού τόξου στα οποία μπορεί να ασκηθεί κριτική, με πρώτα και κύρια η οικονομική δυσπραγία, η υποβάθμιση της δημοκρατίας, ο εξευτελισμός των θεσμών. Εάν δεν μπορεί να λυθεί, θα πρέπει να κοπεί ο γόρδιος δεσμός της «καβγατζομανίας» (Άλμπερτ Χίρσμαν)—το διαρκές αίσθημα σισύφειας ματαιοπονίας, γεννήτρια απαισιοδοξίας και ηττοπάθειας που εγκλωβίζει τη χώρα στον φαύλο κύκλο της αποτυχίας-μοιρολατρείας.

Η (βίαιη) αποδόμηση του ιδεοσυστήματός μας ότι θα ζούμε εις το διηνεκές περιβεβλημένοι από τη στοργή του κράτους-πατερούλη και η εξάχνωση των ψευδαισθήσεων της εσαεί ευημερίας παρήγαγε μια αμυντική στάση που εξελίχθηκε συν τω χρόνω σε ιδιότυπη ακηδία. Με την περιφρόνηση των θεσμών, τη λεπτότητα της συμπεριφοράς των πολλάκηδων και διαφόρων νεοταλιμπάν και την αναδυόμενη οσμή διαφθοράς από σκοτεινά παρασκήνια, ο ΣΥΡΙΖΑ ξανάφερε στο προσκήνιο μια Ελλάδα την οποία πιστέψαμε πως σιγά-σιγά βάζαμε στο περιθώριο. Από σήμερα πρέπει να αναρωτιόμαστε πώς θα αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα. Έχοντας κατά νου ότι οι τεχνικές λύσεις είναι αναγκαίες, αλλά όχι και ικανές να μας τραβήξουν έξω από τον βάλτο.

 

 

[1] Έχουμε πολλά να μάθουμε αν συγκρίνουμε τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80. Φυσικά, οι δύο περίοδοι διαφέρουν και πολύ μάλιστα. Με ενθαρρύνει, όμως, η άποψη ενός σπουδαίου πολιτικού φιλοσόφου: «Στην πολιτική ζωή τίποτα δεν είναι όμοιο με οτιδήποτε άλλο, αλλά κάποια πράγματα—γεγονότα, διεργασίες, κινήματα, καθεστώτα—μοιάζουν με άλλα πράγματα, και προσεκτικές συγκρίσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές» (Michael Walzer). Η άποψή μου είναι ότι ο λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ εκπηγάζει από τον λαϊκισμό της δεκαετίας του ’80 και τον αναπαράγει.

[2] Αναφέρομαι στον σημερινό καταρρέοντα ΣΥΡΙΖΑ, και προσπερνώ τη διαχρονική εξέλιξή του.

[3] Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο που θα ισχυριστεί ότι δεν υπάρχουν έντιμοι, με αξιακές και ιδεολογικές σταθερές, άνθρωποι στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί όσα υποστηρίζονται εδώ.

[4] Για το ιδεολόγημα της αντίστασης και πόσο το αξιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι να ανέβει στην εξουσία, βλ. Κ. Π. Αναγνωστόπουλος (2015), “Σκέψεις για το Ιδεοσύστημα του ΣΥΡΙΖΑ”, The Books’ Journal, τεύχος 58, Σεπτέμβριος, 21-25 <http://goo.gl/o2HFtA>.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s