Υποκινούμενες πεποιθήσεις

Το τελευταίο τεύχος του Journal of Economic Perspectives περιέχει τέσσερις δημοσιεύσεις σχετικά με τις υποκινούμενες πεποιθήσεις (motivated beliefs), ένα νέο αντικείμενο στην οικονομική επιστήμη. (Μπορείτε να κατεβάσετε ελεύθερα το περιοδικό, του οποίου όλα τα άρθρα είναι ευανάγνωστα δεδομένου ότι δεν περιέχουν μαθηματικά μοντέλα και προχωρημένες στατιστικές αναλύσεις.) Πέραν του αυτονόητου ενδιαφέροντός του, το θέμα των υποκινούμενων πεποιθήσεων αποτελεί καλό παράδειγμα άρσης των στεγανών μεταξύ της οικονομικής επιστήμης και άλλων επιστημών, π.χ. της ψυχολογίας: “Είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε ένα αντικείμενο με τόσο μεγάλη ιστορία στην επιστήμη της ψυχολογίας να αντιμετωπίζεται σοβαρά από οικονομολόγους” (Epley & Gilovich).

Ξεκινώ με το συχνότερα ίσως αναφερόμενο παράδειγμα που δείχνει ότι ο ρόλος που παίζουμε συχνά επηρεάζει την ανάγνωση της πραγματικότητας. Στους συμμετέχοντες σε μια πειραματική μελέτη περιγράφηκε η υπόθεση μιας φανταστικής δίκης και ζητήθηκε να εκτιμήσουν αν ο κατηγορούμενος ήταν όχι ένοχος. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην πρώτη, ορισμένοι ορίστηκαν να παίξουν τον ρόλο εισαγγελέα και οι υπόλοιποι του συνηγόρου υπεράσπισης πριν παρουσιαστούν τα τεκμήρια, ενώ στη δεύτερη οι αντίστοιχοι ρόλοι καθορίστηκαν αφού παρουσιάστηκαν τα τεκμήρια. Στην πρώτη ομάδα παρατηρήθηκε ότι οι μεν εισαγγελείς είχαν την τάση να αξιολογούν τα τεκμήρια σαν να ήταν ο κατηγορούμενος ένοχος, οι δε συνήγοροι υπεράσπισης σαν να ήταν αθώος.

Οι Nicholas Epley και Thomas Gilovich γράφουν ότι η ιδέα των υποκινούμενων πεποιθήσεων αποτυπώνεται γενικά στο κοινώς λεγόμενο ‘οι άνθρωποι πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστεύουν’. “Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν πιστεύουν απλώς αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί που παράγουν υποκινούμενες πεποιθήσεις είναι πιο πολύπλοκοι από αυτό. […] Οι άνθρωποι γενικά συλλογίζονται κατά τρόπο ώστε να οδηγούνται σε ευνοϊκά συμπεράσματα, με τις προτιμήσεις τους να επηρεάζουν τον τρόπο συλλογής των αποδείξεων, συλλογής των αποδείξεων, επεξεργασίας των επιχειρημάτων, και ανάκλησης αναμνήσεων περασμένης εμπειριών. Καθεμιά από αυτές τις διεργασίες μπορεί να επηρεαστεί με λεπτούς τρόπους από τα κίνητρα των ανθρώπων, οδηγώντας σε μεροληπτικές πεποιθήσεις που τις αισθάνονται ως αντικειμενικές”.

Οι Roland Bénabou και Jean Tirole επισημαίνουν ότι συχνά πεποιθήσεις εκπληρώνουν σημαντικές ψυχολογικές και λειτουργικές ανάγκες του ατόμου, π.χ. η εμπιστοσύνη στις ικανότητές μας, η ηθική αυτοεκτίμηση, η πολιτική ιδεολογία και η θρησκευτική πίστη. Συνεπώς, “οι άνθρωποι διατηρούν ορισμένες πεποιθήσεις εν μέρει επειδή τις προσδίνουν αξία, ως αποτέλεσμα κάποιας (συνήθως έμμεσης) εξισορρόπησης μεταξύ ακρίβειας και ελκυστικότητας”. Οι πεποιθήσεις αυτές αφενός αποδεικνύονται ανθεκτικές στις αντενδείξεις από την πραγματικότητα και, αφετέρου, απαντούν στο κόστος και το όφελος της διατήρησης διαφορετικής αυτοεικόνας και κοσμοεικόνας. Το πιο κοινό παράδειγμα υποκινούμενης πεποίθησης είναι η υπερεμπιστοσύνη.

Οι Golman, Loewenstein, Moene και Zarri εξετάζουν τις υποκινούμενες πεποιθήσεις υπό το πρίσμα “της προτίμησης για εναρμόνιση της πεποίθησης”, τ.έ. την επιθυμία να συμφωνούμε με την άμεση  κοινωνική ομάδα μας. Αυτή η διάσταση είναι σημαντική, διότι όταν οι πεποιθήσεις μας συγκρούονται με εκείνες των άλλων συχνά επιχειρούμε να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις τους, και αν αποδειχθεί αυτό ανέφικτο ενίοτε τροποποιούμε τις δικές μας. Μελέτες δείχνουν ότι οι απαντήσεις διαφέρουν όταν ζητείται από άτομα να εκφράσουν την άποψή τους (α) για ορισμένα ζητήματα και (β) για τα ίδια ζητήματα αφού ενημερωθούν ότι ορισμένες ομάδες έχουν συγκεκριμένες απόψεις (πώς θα αισθανόταν κάποιος που ανακαλύπτει ότι σε ένα ζήτημα συμφωνεί με τους χρυσαυγίτες;).

Οι Gino, Norton, και Weber εστιάζουν τη μελέτη τους στην κατάσταση “αισθάνομαι ηθικά εντάξει, ενώ ενεργώ εγωιστικά”, στην οποία καταλήγουν άτομα επεξεργαζόμενα τις πληροφορίες με ιδιάζοντες τρόπους, ιδίως όταν βρίσκονται απέναντι σε διπολικές αποφάσεις με δύο δυνατές απαντήσεις «σωστό» και «λάθος». Επί παραδείγματι, ο Γερμανός μηχανικός Fritz Sander, που σχεδίαζε (και επιχείρησε να πατεντάρει) μηχανισμούς αποτελεσματικής αποτέφρωσης στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αιτιολόγησε τις πράξεις του λέγοντας ότι ήταν ηθικά συμβατές με τις επαγγελματικές τους υποχρεώσεις: “Ήμουν Γερμανός στρατιώτης και μέλος-κλειδί στα έργα της Topf, και το έβλεπα ως καθήκον να εφαρμόσω την εξειδικευμένη γνώση μου ώστε να βοηθήσω τη Γερμανία να κερδίσει τον πόλεμο, όπως ακριβώς ένας αεροναυπηγός κατασκευάζει αεροπλάνα εν καιρώ πολέμου που επίσης συνδέονται με την καταστροφή ανθρώπων”.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s