Η λέξη που ήταν στις καρδιές όλων των πραγματικών Ελλήνων

Πανηγυρικός Λόγος στον επίσημο εορτασμό του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 2000, Αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής «Καραθεοδωρής», Πανεπιστημιούπολη Ξάνθης. Τυπώθηκε στις Εκδόσεις Παρατηρητής (2001).

 

 

Έτσι, ο άνθρωπος που, καθώς λένε, είχε επιτύχει την ένωση ολόκληρου του ελληνικού λαού—η ένωση οφείλεται πραγματικά στο γεγονός ότι είπε την 28η τη λέξη που ήταν στις καρδιές όλων των πραγματικών Ελλήνων—δεν είχε καταφέρει να μεταδώσει μια ενότητα πνοής στους άμεσους συνεργάτες του. Όταν πέθανε, όλοι αυτοί έγιναν μια λυσσασμένη φάρα και τρωγόντουσαν μεταξύ τους.

Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ. ΄41

 

 

 

«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο» απάντησε στα γαλλικά ο Ι. Μεταξάς μόλις διάβασε το τελεσίγραφο του Μουσολίνι, που του είχε επιδώσει ο Ιταλός πρέσβυς στην Αθήνα Γκράτσι. Λίγες λέξεις, τίποτε άλλο. και η Ελλάδα περνάει στη συγκλονιστική δεκαετία που θα αρχίσει με το έπος της Αλβανίας, θα συνεχιστεί με την εξαθλιωτική κατοχή και το μεγαλειώδες αλλά ιδιαζόντως διχασμένο αντιστασιακό κίνημα και θα κλείσει με τον εμφύλιο σπαραγμό, αφήνοντας πίσω της μια καθημαγμένη και ρημαγμένη χώρα. Μέρες λαμπρές, μέρες ζοφερές. Προπάντων, γεγονότα που πλήγωσαν μιαν ολόκληρη γενιά και σημάδεψαν την πορεία της πατρίδας μας στο δεύτερο μισό του αιώνα.

Η χώρα έζησε τις ψυχροπολεμικές εντάσεις με τον πιο ακραίο τρόπο. Η ίδια η ιστορία ήταν αναπόφευκτο να ενταχθεί στις αδυσώπητες πολιτικο-ιδεολογικές συγκρούσεις. Ακόμη και το έπος του ΄40 δεν έμεινε έξω από τις διαμάχες. Το ΟΧΙ το είπε ο Μεταξάς για τους μεν, το ΟΧΙ το είπε ο λαός για τους δε. Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος για την παραμικρή παραχώρηση.

Δύο άκρα, δίχως ενδιάμεσες αποχρώσεις, αδύνατον να συνεννοηθούν, σε μια χώρα η οποία δεν είχε καταφέρει να δημιουργήσει μηχανισμούς εκτόνωσης που θα απέτρεπαν τις αντιπαλότητες να εξελιχθούν σε βίαιες συγκρούσεις. Χρειάστηκε να περάσουμε πολλά, κι ανάμεσά τους την τραγωδία της Κύπρου, μέχρι να φθάσουμε να μιλάμε επιτέλους, όχι για συμμοριτοπόλεμο ή για δεύτερο αντάρτικο, αλλά για εμφύλιο πόλεμο. Συνετή διέξοδος η οποία δεν προδικάζει τους αθώους και τους ενόχους εκείνης της ταραγμένης περιόδου —μια γενναιοδωρία της ιστορίας, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκε.

Οι οικονομολόγοι λένε πως στις αποφάσεις που λαμβάνονται στο παρόν δεν πρέπει να συνυπολογίζουμε το κόστος που έχουμε ήδη πληρώσει. Ίσως αυτό δεν είναι πάντα εύκολο για την ιστορία, υπάρχουν, ωστόσο, οι προϋποθέσεις σήμερα για να αναλύσουμε νηφάλια τα γεγονότα μακριά από τρέχουσες σκοπιμότητες. Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι είναι μάταιο να ψάχνουμε το ένα και μοναδικό νόημα της ιστορίας. Τούτη η εγγενής δυσκολία μας επιβάλλει ακριβώς να προσεγγίσουμε ψύχραιμα και ορθολογικά τα γεγονότα και τους ανθρώπους του ’40, για να μπορέσουμε να συζητήσουμε και να συνεννοηθούμε μεταξύ μας.

Ορθολογικά, όμως, δεν σημαίνει πως θα πρέπει να υποτιμήσουμε παραμέτρους τις οποίες, παρασυρμένοι από τον κυνισμό της καθημερινότητας, τείνουμε να θεωρούμε πολύ ασαφείς: τη φιλοπατρία και την αξιοπρέπεια, την προσβολή και την ατιμία. Θα ήταν κρίμα, υπό το πρίσμα μιας δήθεν επιστημονικότητας, η ιστορία να απογυμνωθεί από αυτά τα «συναισθηματικά» στοιχεία. Ακόμη χειρότερο. Θα ήταν λάθος. Δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε τη δυναμική των γεγονότων. Διότι το «ανώνυμο θαύμα» εκείνων των ημερών του ΄40 είχε ανθρώπους από πίσω του, κι αυτά τα «soft» στοιχεία—για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του συρμού—βάραιναν στις αποφάσεις τους. Έστω κι αν δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε, μπορούμε να τα διαπιστώσουμε και να εκτιμήσουμε τη σημασία τους. Αναλύσεις που ερμηνεύουν τα πάντα αποκλειστικά με το προσωπικό συμφέρον των ατόμων ή με στρατηγικές και συσχετισμούς δυνάμεων επί χάρτου, ενώ φαντάζουν ορθολογικές δεν είναι παρά ένας τεράστιος παραλογισμός.

 

Την επαύριο της μικρασιατικής καταστροφής, η Ελλάδα για πρώτη φορά στην τρισχιλιόχρονη ιστορία της βρέθηκε απέναντι σε μια συνταρακτική πραγματικότητα. Η Ελλάδα της διασποράς ουσιαστικά δεν υπήρχε πια, ο ελληνισμός είχε συγκεντρωθεί μέσα στα σύνορα του ελληνικού κράτους. Το γεγονός αυτό είχε μείζονες κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνέπειες που φθάνουν ώς τον πόλεμο του ΄40.

Η αιφνίδια εισροή εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων αφενός καθόρισε ως επιτακτική ανάγκη την εκβιομηχάνιση της χώρας. και, αφετέρου, πρόσφερε τις προϋποθέσεις της βιομηχανικής ανάπτυξης, αφού αύξησε την προσφορά φθηνής και ειδικευμένης εργασίας και διεύρυνε την εσωτερική αγορά. Στην ανάγκη αυτή ανταποκρίθηκε η οικονομία. Τη δεκαετία 1928-38, με ποσοστό ανάπτυξης 65%, πέτυχε την τρίτη υψηλότερη αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής στον κόσμο. Ωστόσο, η χώρα παρέμενε πολύ φτωχή. Το 1938 μόνο το 17% των οικογενειών είχε εισόδημα ίσο ή ανώτερο από το ελάχιστο όριο συντήρησης μιας οικογένειας, ενώ το μέσο καθαρό αγροτικό εισόδημα ήταν αρνητικό. Δεδομένα που δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε όταν κρίνουμε την πολεμική προπαρασκευή και γενικότερα τις δυνατότητες της χώρας. Ένα δεύτερο αξιοσημείωτο γεγονός είναι η όλο και μεγαλύτερη οικονομική εξάρτηση από τη Γερμανία: μεταξύ 1932-1938 οι εξαγωγές της Ελλάδας προς τη Γερμανία αυξήθηκαν από το 14% στο 40% στο σύνολο των εξαγωγών, οι δε εισαγωγές από το 9% στο 30%. Μετά την κήρυξη του παγκοσμίου πολέμου, οι Άγγλοι απαίτησαν και πέτυχαν να μειωθούν οι εξαγωγές προς τη Γερμανία—μείωση που είχε άμεσες δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις. Τελικά, τον Ιανουάριο του 1940, υπογράφεται συμφωνία με την Αγγλία για την παραχώρηση εμπορικών πλοίων χωρητικότητας 500.000 τόννων, πράξη με την οποία η Ελλάδα συνδέεται ουσιαστικά με την πολεμική προσπάθεια της Βρετανίας.

Η Ελλάδα δεν ήταν μόνο φτωχή χώρα. είχε πληγωθεί και η ψυχή της. Με τη συγκρότηση ενός ουσιαστικά ομοιογενούς εθνικού κράτους χρεοκόπησε και η Μεγάλη Ιδέα. Δίχως ηγεμονική ιδεολογία, με κλονισμένη αυτοπεποίθηση και τραυματικές εμπειρίες, η χώρα έπρεπε να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να οικοδομήσει νέες αξίες και αρχές. Εξαιτίας των κοινωνικοοικονομικών αλλαγών, αρχίζουν να συγκροτούνται νέα ιδεολογικά σχήματα που αμφισβητούν το δίπολο βενιζελισμός-αντιβενιζελισμός, αλλά η επιρροή τους παραμένει περιθωριακή μέχρι τον πόλεμο. Το ιδεολογικό κενό προσπάθησε να καλύψει η 4η Αυγούστου με τα μεγαλομανή φληναφήματα περί Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού, τα οποία φυσικά δεν άγγιξαν καθόλου την ψυχή των Ελλήνων.

Στον μεσοπόλεμο, όμως, πρωτίστως δεσπόζει ένας ανελέητος διχασμός, αιτία διαρκούς πολιτικής και θεσμικής αστάθειας η οποία εκδηλώνεται σε αλλεπάλληλες και σοβαρές κρίσεις. με αποκορύφωμα και συγχρόνως τελευταία δραματική πράξη της πολύχρονης σύγκρουσης βενιζελικών και αντιβενιζελικών το αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Κίνημα που στέρησε από τον στρατό ικανούς αξιωματικούς τους οποίους σύντομα θα είχε ανάγκη—οι αποτάξεις υπολογίζονται περίπου σε 1800 αξιωματικούς όλων των βαθμίδων. Η δικτατορία του Μεταξά, που ακολούθησε, είχε μια θεμελιώδη διαφορά από τις ευρωπαϊκές δικτατορίες της εποχής: ούτε αναδείχθηκε από ένα μαζικό κίνημα, ούτε κατάφερε να λειτουργήσει συσπειρωτικά αποκτώντας λαϊκό έρεισμα, παρά την κάποια ανοχή που έδειξε απέναντί της ο ελληνικός λαός. Το μείζον πάντως χαρακτηριστικό του καθεστώτος ήταν η αντίφαση ανάμεσα στον φασιστικό λόγο της δικτατορίας και στη στρατηγική της ένταξη στο χώρο των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Η ιδιοτυπία αυτή υπήρξε καθοριστική για την εξωτερική πολιτική της χώρας και, συνεπώς, και για τον πόλεμο του ΄40.

 

Τις παραμονές του πολέμου, στην Ελλάδα δεν βάραιναν μόνον τα δικά της, συγκυριακά και διαρθρωτικά, προβλήματα αλλά και ένα διεθνές κλίμα ολωσδιόλου αποκαρδιωτικό. Έχοντας πληρώσει με πολύ αίμα τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και υπό την πίεση της μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι Ευρωπαίοι ήταν απρόθυμοι για νέα αιματοχυσία. Παράλληλα, ο φόβος του κομμουνιστικού κινδύνου είχε οδηγήσει την αστική τάξη και τις πολιτικές ελίτ της Ευρώπης σε εξωφρενική ηττοπάθεια και ενδοτικότητα προς τον Χίτλερ. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, ήρθε και το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ για να επιφέρει πλήρη σύγχυση στην Κομιτέρν, τον μόνο έως τότε συμπαγή και αδιάλλακτο αντίπαλο του φασισμού. Αυτή η απίστευτη παραλυσία απέναντι στην επερχόμενη βαρβαρότητα αντιστράφηκε μόνον από την αποφασιστικότητα του Τσώρτσιλ, όταν χωρίς μισόλογα δήλωσε στις 4 Ιουνίου 1940 στη αγγλικό κοινοβούλιο: «θα πολεμήσουμε… δεν θα παραδοθούμε ποτέ».

Η Γερμανία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της, η Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν καταρρεύσει, η Αγγλία αμυνόταν στο έδαφος της κατά των αεροπορικών επιδρομών και πολεμούσε με την Ιταλία στη Β. Αφρική. Η Βουλγαρία όδευε προς τον Άξονα, η Ρουμανία είχε ήδη προσχωρήσει, η Γιουγκοσλαβία αλληθώριζε μεταξύ Ιταλίας και Αγγλίας. και η Τουρκία λειτουργούσε ήδη ως «ακαθόριστος ουδέτερος», σύμφωνα με τον ειρωνικό χαρακτηρισμό άγγλου ιστορικού. Το Βαλκανικό Σύμφωνο ήταν μια συμφωνία στα χάρτια, χωρίς καμιά ουσιαστική προοπτική ενεργοποίησής του.

Με τέτοια δεδομένα, ουδείς πίστευε ότι η Ελλάδα μπορούσε να αντέξει το βάρος μιας Ιταλικής επίθεσης. Ούτε οι Ιταλοί, ούτε οι Άγγλοι, ούτε η ηγεσία της Ελλάδας. Αυτό έχει μεγάλη σημασία τόσο για την προσδοκώμενη αντίδραση του λαού, όσο και για την πολιτική που άσκησε η ηγεσία της χώρας εκείνη την περίοδο. Εκ των υστέρων, μετά τον θρίαμβο στην Αλβανία, ακούστηκαν πολλές κριτικές, οι οποίες όμως—ακόμη κι όταν δεν εξυπηρετούσαν άλλες σκοπιμότητες—ξεχνούσαν γρήγορα τα ασφυκτικά πλαίσια μέσα στα οποία έπρεπε να κινηθεί η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας μας. Δύσκολα μια πολιτική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συνετή, αν δεν βασιζόταν στην κοινή διαπίστωση ότι οι πιθανότητες για αποτελεσματική αντίσταση ήταν μηδαμινές.

Δεν το πίστευαν πρώτοι απ’ όλους οι Ιταλοί, που έπεσαν θύματα της ρητορείας και της βιασύνης τους να προλάβουν τη διείσδυση των Γερμανών στα βαλκάνια. Βεβαίως ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν συντριπτικός υπέρ τους, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και, κυρίως, σε μηχανοκίνητα και στην αεροπορία. Εντούτοις, υποτίμησαν εξοργιστικά τη δυνατότητα της Ελλάδας να αντιπαρατάξει με την επιστράτευση σημαντικές δυνάμεις και υπερτίμησαν αφελώς την αποτελεσματικότητα των δυνάμεων τους σε ορεινό έδαφος και σε συνθήκες αντίξοες: από τις εννιά συνολικά μεραρχίες που διέθεταν στην Αλβανία χρησιμοποίησαν για την επίθεσή τους ουσιαστικά μόνον τις πέντε. Πάντως, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, οι Ιταλοί πολέμησαν και ουδέποτε υποχώρησαν άτακτα αφήνοντας να καταρρεύσει το μέτωπο.

Οι Άγγλοι δεν έδιναν ιδιαίτερη στρατηγική βαρύτητα στην Ελλάδα, το μόνο τους μέλημα ήταν σαφώς η Κρήτη και λόγω των πολεμικών αναγκών τους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ελληνικές εκκλήσεις για βοήθεια. Επομένως, δεν ήταν διατεθειμένοι να χαραμίσουν πολεμικό υλικό και ανθρώπους σε ένα μέτωπο που το θεωρούσαν παντελώς ανίσχυρο και εκτός των πολεμικών προτεραιοτήτων τους. Μόνο μετά τις νίκες του Ελληνικού Στρατού θα αρχίσει να αλλάζει η στάση τους, και θα εμπλακούν ενεργά όταν θα είναι πλέον ορατή η απειλή της γερμανικής επίθεσης.

Τέλος, ούτε η ηγεσία της Ελλάδας πίστευε ότι η χώρα μπορούσε να αντέξει. Δεν αναφέρομαι ούτε στους πεμπτοφαλαγγίτες που βρίσκονταν ακόμη και μέσα στην κυβέρνηση—από το ημερολόγιό του φαίνεται να τους γνωρίζει ο Μεταξάς—ούτε στους αφελείς που αρνούνταν να πιστέψουν πως οι Ιταλοί θα επιτίθονταν τελικά, αλλά σε όσους δεν είχαν πράγματι πρόθεση να παραδώσουν αμαχητί τη χώρα. Η Ελλάδα δεν είχε πολλά περιθώρια ελιγμών στην εξωτερική της πολιτική, ο παγκόσμιος πόλεμος την υπερέβαινε, τα ιταλικά σχέδια μπορούσαν να ικανοποιηθούν μόνο με παραχώρηση εθνικού εδάφους και ο συσχετισμός των δυνάμεων έδειχνε μια ακαταμάχητη υπεροχή των Ιταλών, δεδομένου ότι δεν είχαν φανεί ακόμη οι αδυναμίες της πολεμικής τους μηχανής. Συνεπώς, τόσο η πολιτική της ουδετερότητας στην οποία, περισσότερο ή λιγότερο πειστικά, ακροβατούσε η κυβέρνηση, όσο και ο συντηρητισμός στους επιχειρησιακούς σχεδιασμούς του ΓΕΣ φαίνονται δικαιολογημένοι.

Εντούτοις, η ηγεσία της χώρας χρεώνεται με τον μονόπλευρο προσανατολισμό της άμυνάς της προς τη Βουλγαρία. Τα πράγματα αλλάζουν εν μέρει μετά την απόβαση των Ιταλών στην Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939, αλλά στο σχέδιο ΙΒ, που εκπονείται εσπευσμένα, ο κύριος όγκος των δυνάμεων διατάσσεται για να αποκρούσει ενδεχόμενη βουλγαρική επίθεση. Επιπλέον, από τον Απρίλιο του 1939 ως τον Οκτώβριο του 1940 διατέθηκε για οχυρωματικά έργα πάνω από το μισό του συνόλου των δαπανών της μεταξικής τετραετίας, από τις οποίες το 90% στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο και μόνο το 10% στην ελληνοαλβανική. Ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος—στον οποίον ανήκει η τιμή του μεγάλου ρίσκου που πήρε, παρά τις εντολές του ΓΕΣ, να υπερασπίσει το εθνικό έδαφος—γράφει ότι κατάφεραν να κατασκευάσουν στο Καλπάκι πρόχειρα οχυρωματικά έργα με πενιχρά μέσα και, ιδίως, με την εθελοντική εργασία των κατοίκων της περιοχής. Φαίνεται, επίσης, πως δεν είναι αβάσιμες οι κριτικές στρατιωτικών προς το ΓΕΣ για τις συντηρητικές επιλογές του, ακόμη και μετά τις στρατιωτικές νίκες στο μέτωπο.

 

Ούτε η χώρα μας είναι το κέντρο της γης, ούτε είμαστε ανώτεροι από άλλους λαούς. Οι Άγγλοι αντιμετώπισαν τον χιτλερισμό με σθένος και αυταπάρνηση τόσο στα μέτωπα όσο και στα μετόπισθεν. και οι Ρώσοι αντιστάθηκαν με εξαιρετική γενναιότητα στον Χίτλερ που την πλήρωσαν με πολύ αίμα. Αλλά η Αγγλία και ήταν και συμπεριφερόταν ως αυτοκρατορία, και η τότε Σοβιετική Ένωση μπορούσε να υπολογίζει στο μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό και στους άφθονους πόρους της.

Η Ελλάδα, μια μικρή και φτωχή χώρα, με πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα και σχετικά χαμηλό επίπεδο στρατιωτικής προπαρασκευής είχε απέναντί της έναν αντίπαλο πάνοπλο, με απόλυτο έλεγχο στον αέρα, με μηχανοκίνητα και μεγάλο αριθμό στρατιωτών. Και ήταν ουσιαστικά μόνη της. Η αδυσώπητη λογική έλεγε ότι δεν είχε νόημα ο πόλεμος, το πολύ-πολύ «να ρίχναμε μια ντουφεκιά για την τιμή των όπλων». Πώς έφθασε η Ελλάδα να αναδειχθεί, όπως είπε ο Le Corbusier, στην «εφεδρεία της ανθρώπινης συνείδησης»;

Για τον Μεταξά το ΟΧΙ ήταν και εύκολη και ορθολογική απόφαση. Ήταν εύκολη διότι είχε ωριμάσει προ καιρού στο μυαλό του, διότι αποτελούσε φυσική απόληξη προηγουμένων αποφάσεων και διότι το ιταλικό τελεσίγραφο δεν άφηνε το παραμικρό περιθώριο διαπραγμάτευσης. Ήταν ορθολογική επίσης διότι, σύμφωνα με εύλογες εκτιμήσεις του ίδιου του Μεταξά, η υποχώρηση στους Ιταλούς θα οδηγούσε τη χώρα σε άνευ προηγουμένου διχασμό, θα καθιστούσε απολύτως ρεαλιστικό το ενδεχόμενο κατάληψης της Κρήτης και άλλων νήσων από τους Άγγλους όπου θα εγκαθίστατο μια δεύτερη κυβέρνηση και, επομένως, οι άμεσες και μελλοντικές προοπτικές για τη συνοχή της χώρας θα ήταν εντελώς δυσοίωνες. Απεναντίας, παρά το αναμφισβήτητα μεγάλο του κόστος, το ΟΧΙ ενίσχυε την ενότητα του ελληνικού λαού και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας.

Η συμπαράταξη δύο ακραίων αντιπάλων του μεταξικού καθεστώτος είναι η πιο εύγλωττη απόδειξη της ενότητας που επιτεύχθηκε με το ΟΧΙ του Μεταξά. Ανήμερα την 28η Οκτωβρίου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος τηλεγραφεί από τη Νέα Υόρκη στον Μεταξά:

[…] έχω εθνικό καθήκον να σας δηλώσω πόσον εκτιμώ την ανδρικήν στάσιν της ημετέρας κυβερνήσεως έναντι των γεγονότων άτινα απειλούν την χώραν και να σας προσθέσω ότι τάσσομαι ανεπιφυλάκτως εις την διάθεσιν της κυβερνήσεως […]

Στις 2 Νοεμβρίου, στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται επιστολή προς τον λαό της Ελλάδας με την υπογραφή του Ν. Ζαχαριάδη, γραμματέα της Κ.Ε. του ΚΚΕ, την οποία είχε στείλει στον υφυπουργό ασφαλείας Κων/νο Μανιαδάκη από τις φυλακές της Κέρκυρας, όπου κρατούνταν σε απομόνωση. Διαβάζουμε στην επιστολή του:

«Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό, η κάθε καλύβα, η κάθε πόλη, σπίτι με σπίτι, πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα […] Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις δίχως επιφύλαξη».

Δεν είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι ο Μεταξάς κατέληξε στο ΟΧΙ, και επειδή φοβόταν ότι θα τον ανέτρεπαν οι Άγγλοι και το Παλάτι, και επειδή τον ενδιέφερε η τύχη του καθεστώτος του. Εξίσου λογικό, όμως, είναι να σκεφτούμε ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι συμπαρατάχτηκαν μαζί του και για λόγους τακτικής, διότι εκτίμησαν ορθά την αντίδραση του λαού και δεν ήθελαν να αποκοπούν από αυτόν. Πέραν όμως της διανοητικής περιέργειας, έχει πράγματι ουσιαστική σημασία να ψάχνουμε να βρούμε τι σκεφτόταν ο Μεταξάς, ο Σ. Βενιζέλος ή ο Ζαχαριάδης; Αφού, ούτως ή άλλως, γνωρίζουμε ότι οι πραγματικοί άνθρωποι—με σάρκα και αίμα κι όχι τα σχήματα που φτιάχνουμε στο μυαλό μας—, είτε είναι πολιτικοί είτε απλοί πολίτες, έχουν σύνθετα κίνητρα και συμπεριφορές. Εξάλλου, το αν αποδεχθούμε ότι είπαν πραγματικά ΟΧΙ δεν σημαίνει ότι δικαιώνεται η δικτατορία του Μεταξά, η πολιτική του Σ. Βενιζέλου ή του ΚΚΕ. Αλλά είναι μικροψυχία, είναι μίζερο να μην αφήνουμε έστω και μια πιθανότητα αυτοί οι άνθρωποι να λειτούργησαν από πατριωτισμό. Εν πάση περιπτώσει, σημασία έχει ότι είπαν απερίφραστα ακριβώς αυτό που έπρεπε όταν έπρεπε, και δεν υπήρξε το παραμικρό ρήγμα στην ενότητα του ελληνικού λαού.

Διότι, όντως, το κρίσιμο ζήτημα ήταν η αντίδραση του λαού. Είναι άλλο πράγμα να πηγαίνεις σε έναν ξένο πόλεμο κι άλλο στον δικό σου πόλεμο. Η πειθαρχία δεν μπορεί να επιβληθεί με τουφεκισμούς, η δράση μπορεί να υπονομευθεί με χίλιους δυο τρόπους, η επιστράτευση θα αποτύγχανε, η κατάρρευση θα επέρχονταν με τις πρώτες δυσκολίες. Ο πόλεμος είναι σύνθετο γεγονός με επιχειρησιακές, πολιτικο-διπλωματικές και ψυχολογικές συνιστώσες. Οι Έλληνες, εξοργισμένοι από τις συνεχείς προκλήσεις και προσβολές των Ιταλών με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό του εύδρομου «Έλλη», είχαν ήδη κερδίσει στο ψυχολογικό σκέλος. Και μολονότι δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις της κυβέρνησης, η πολιτική κατευνασμού που προωθούσε λειτούργησε εν τέλει για την ανόρθωση του φρονήματος του λαού. Ο ανταποκριτής των Τάιμς του Λονδίνου είχε κάνει ορθή εκτίμηση: «Οι Έλληνες θα πολεμήσουν, οι Έλληνες θα κρατήσουν» Δεν είχε καμιά απόδειξη, το μόνο που μπορούσε να επικαλεστεί ήταν, κι αυτό τηλεγράφησε, η θέληση που έβλεπε στα πρόσωπα των Ελλήνων την πρώτη μέρα του πολέμου.

Ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών είχε ένα σημαντικό πρακτικό αποτέλεσμα. Η επιστράτευση ήταν αποφασιστικής σημασίας για τις επιχειρήσεις—η «αχίλλειος πτέρνα» της άμυνας κατά τον αρχηγό του ΓΕΣ αντιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο—δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν είχε προχωρήσει σε προληπτική επιστράτευση για να μη θεωρηθεί πρόκληση από τους Ιταλούς. Μετά την κήρυξη του πολέμου, η επιστράτευση πραγματοποιήθηκε με ταχύτητα και τάξη και συγκροτήθηκε γρήγορα ένας στρατός εκστρατείας που μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αντίπαλό του με αξιώσεις. Οι ιστορικοί συμφωνούν: ουδέποτε στην πρόσφατη ιστορία τους οι Έλληνες έσπευσαν στο μέτωπο με τέτοιο ενθουσιασμό. Αυτός αναπλήρωσε τις μεγάλες ελλείψεις σε μηχανοκίνητα, αυτός ήταν το στήριγμα στις εξαντλητικές πορείες και χάρη σ’ αυτόν πέρασε το πρώτο κρίσιμο δεκαήμερο. Το Απόσπασμα Πίνδου, υπό τον έφεδρο εκ μονίμων συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, ήταν επιστρατευμένη μονάδα, τμήμα της οποίας μάλιστα βρισκόταν εν κινήσει την 27η Οκτωβρίου, και τα περισσότερα στελέχη του έφεδροι με μικρή πείρα. Και απέναντι του είχε την «Τζούλια», την ειδική μεραρχία Αλπινιστών που ήταν ειδικά εκπαιδευμένη για ορεινό πόλεμο. Κι όμως, ο ελληνικός στρατός ανταποκρίθηκε, και με το παραπάνω, στις απαιτήσεις των πρώτων δύσκολων ημερών. Και δεν ήταν μόνον ο στρατός. Ήταν, μας λέει ο στρατηγός Δημήτριος Καθενιώτης, και εκείνη η ατελείωτη στρατιά

γυναικοπαίδων και γερόντων από κατοίκους της Πίνδου, αυθορμήτως προσφερθέντων δια να μεταφέρουν στους ώμους των τα βόλια και το ψωμί εις τα μαχόμενα παιδιά των.

Αλλά παραμένει ένα μεγάλο ερωτηματικό. Γιατί η ζυγαριά δεν έγειρε προς τη μεριά του συμφέροντος, αφού οι πιθανότητες για αποτελεσματική αντίσταση φαίνονταν μηδαμινές; Γιατί δεν άρχισε η γκρίνια και το μουρμουρητό, γιατί δεν υπήρξε διάλυση και κατάρρευση; Η εύκολη απάντηση είναι ότι επρόκειτο για ασυλλόγιστο ενθουσιασμό που αγνοούσε το τι είχε να αντιμετωπίσει. Αν ίσχυε αυτό, ο πατριωτικός οίστρος θα εξανεμιζόταν με τις πρώτες δυσκολίες —κι ένας θεός ξέρει τι τράβηξαν οι φαντάροι μας εκεί πάνω στα βουνά. Απεναντίας, από τις πρώτες μέρες της άμυνας ώς την εαρινή επίθεση των Ιταλών, τον Μάρτιο, έχει καταγραφεί μια απίστευτη αποφασιστικότητα, που πέτυχε να περάσουν στην ιστορία ασήμαντοι, ανώνυμοι τόποι, βαπτισμένοι μόνον από τον στρατό: ύψωμα 1532, ύψωμα 669, 739, 731…

Αλλού πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση. Ήταν το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που ένωσε τους Έλληνες, οι οποίοι κατάλαβαν ότι απειλούνταν η ίδια η υπόσταση του ελληνισμού για πρώτη φορά από τη μικρασιατική καταστροφή. Ο Έλληνας ένιωθε πως θα ήταν αβάσταχτο το φορτίο αν δεν πολεμούσε πραγματικά, πως τη δειλία του θα την πλήρωνε κι αυτός και τα παιδιά του. Διότι, ζώντας σε εποχή αναστατώσεων και σε φτωχή χώρα με γείτονες που επιβουλεύονταν τα εδάφη της, το μόνο που του έμενε, το μόνο στο οποίο μπορούσε να επενδύσει ήταν η ηθική του δικαίωση. Ήταν μια σωστή, και εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε βαθύτατα ορθολογική απόφαση, που πήρε ο κάθε Έλληνας ξεχωριστά. Το κόστος από έναν εθνικό εξευτελισμό θα ξεπερνούσε κατά πολύ το οποιοδήποτε περιστασιακό όφελος. Η ζυγαριά έγειρε προς τη σωστή μεριά, διότι από ‘κει βάραινε η βαθιά αίσθηση της αδικίας που έχει ο Έλληνας. Γι’ αυτό και το ΟΧΙ του δεν ήταν ούτε κίβδηλο, ούτε περιστασιακό. Και πράγμα διόλου ασήμαντο, μέσα σε εκείνες τις άγριες μέρες κατάφερε να κρατήσει αλώβητες τις πιο καλές πτυχές του χαρακτήρα του. Στο «Πλατύ Ποτάμι», ο Γιάννης Μπεράτης μας μεταφέρει την ιστορία του Νικολού, ενός κοντούλη, γελαστού, εμποροϋπαλλήλου στην πολιτική του ζωή, τον οποίο είχαν βάλει οι άλλοι φαντάροι να τους εξιστορήσει πώς συνέλαβε έναν Ιταλό συνταγματάρχη και τρεις λοχαγούς. Κι αφού διηγήθηκε τα περιστατικά, ο Νικολός κατέληξε:

Τους αφόπλισα όλους, εκεί μες στο νερό, και σαν γαλιά τους ανέβασα απάνω κι όλη την ώρα τους έκανα νοήματα να μη φοβούνται τίποτα. Γκρέκο μπόνο, μπόνο τους έλεγα και χτύπαγα το στήθος μου. Μπόνο, μπόνο, λέγανε και κείνοι καθώς προχωρούσαμε. Έ, αυτό ήταν όλο…

 

Ο πόλεμος του 1940-41 και η αντίσταση στα χρόνια της κατοχής είναι οι πιο λαμπρές σελίδες στην ιστορία της πατρίδας μας μετά την επανάσταση του ΄21. Καμαρώνουμε κι έχουμε ψηλά το κεφάλι χάρη στους αγώνες και την αυταπάρνηση εκείνης της γενιάς. Κι αν οι λέξεις δεν έχουν χάσει το νόημά τους, οφείλουμε διπλή ευγνωμοσύνη σ’ αυτή τη γενιά —δηλαδή σε ανθρώπους με τους οποίους ζήσαμε ή ζούμε ακόμη κάτω από την ίδια στέγη. Διότι σ’ αυτούς τους ανθρώπους χρωστάμε και το μεταπολεμικό θαύμα της χώρας μας, την ανασυγκρότηση και την οικονομική της ανάπτυξη, αυτή τη φορά χάρη σε έναν άλλο αλλά εξίσου σημαντικό ηρωισμό, τον ηρωισμό της καθημερινής ζωής. Η χώρα μας, ακόμη κι αν δεν έγινε πλούσια, έπαψε πια να είναι φτωχή. πραγματικό κατόρθωμα —που ασφαλώς πιστώνεται σε όλους τους Έλληνες —αν αναλογιστούμε από πού ξεκίνησε και πόσο γρήγορα τα κατάφερε.

Ίσως η ταχύτητα με την οποία συντελέστηκε αυτή η αλλαγή να είναι ο λόγος που δεν καταφέραμε ακόμη να βρούμε μιαν ισορροπία με τον εαυτό μας. Άλλοτε συμπεριφερόμαστε σαν νεόπλουτοι και δείχνουμε άσχημα στοιχεία του χαρακτήρα μας. Κι άλλοτε ενεργούμε σαν να είμαστε οι κατατρεγμένοι της γης. Ζούμε με φοβίες, νομίζουμε πως όλοι μας επιβουλεύονται, φοβόμαστε ότι θα χάσουμε τις αξίες και τον πολιτισμό μας. Πάντως, σε κάτι έχουμε γίνει σοφότεροι. Δίχως να κρύβουμε τις διαφορές μας για τη διαχείριση της χώρας και του μέλλοντός της, γνωρίζουμε πλέον τρόπους να τις εξομαλύνουμε πριν φθάσουν στα άκρα.

Είναι αλήθεια πως ο Έλληνας έχει μεγάλα ελαττώματα που απαιτούν περίσκεψη και επιφυλακτικότητα. Αλλά είναι αλήθεια ότι έχει και σπάνια προτερήματα που δικαιολογούν εκτίμηση και εμπιστοσύνη. Για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: την αγάπη του για τη λευτεριά που την πλήρωσε με μαρτύρια και θυσίες. Μια αλήθεια, που ούτε περισπούδαστες πραγματείες ούτε σχολαστικές μελέτες μπορούν να την αποδείξουν καλύτερα από τα μετρημένα λόγια ενός Έλληνα, του Γιώργου Σεφέρη:

Μια φορά σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας έκοψαν το πόδι ενός στρατιώτη. Όταν ξύπνησε το παλικάρι από το χλωροφόρμιο και κατάλαβε, γύρισε λίγο το κεφάλι πάνω στο προσκέφαλο και άρχισε να σιγοτραγουδάει: ‘Απ΄τα κόκκαλα βγαλμένη…’. Αυτό δεν ήταν μονάχα ο ‘Ύμνος’ ήταν η παμπάλαιη ραψωδία ενός λαού που για χρόνια και αιώνες θυσιάζεται για τη λευτεριά. Μιαν άλλη φορά ένα πεινασμένο παιδάκι πήγε ν’ αρπάξει μια κουραμάνα από ένα φορτωμένο καμιόνι της κατοχής. Ο Γερμανός φρουρός του έπιασε το χέρι και του το τσάκισε πάνω στο γόνατό του, όπως τσακίζεις ένα ραβδί: ‘Απ΄τα κόκκαλα βγαλμένη…’.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλιβιζάτος Ν., Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974: Όψεις της Ελληνικής εμπειρίας, Θεμέλιο, Αθήνα, 1986.

Βεργόπουλος Κ., «Η ελληνική οικονομία από το 1926 ώς το 1935», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 327-342.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου 1940-41, ΔΙΣ, Αθήνα, 1985.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος 1940-41. Η Ελληνική αντεπίθεσις, τόμος Γ΄, ΔΙΣ, Αθήνα, 1966.

Δαφνής Γ., Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων, 1923-1940, τ. Β΄, Ίκαρος, Αθήνα, 1955.

εφ. Ελευθεροτυπία – Ιστορικά, 28η Οκτωβρίου, 27 Οκτωβρίου 1999.

εφ. Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, 4η Αυγούστου: Ο Μεταξάς και η «αυτοκτονία» της δημοκρατίας, 3 Αυγούστου 2000.

εφ. Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, Το κίνημα του ’35: και έτεκεν… βασιλιά, 2 Μαρτίου 2000.

εφ. Ελευθεροτυπία, Ιστορικά, Χίτλερ: Η άνοδος στην εξουσία, 27 Ιανουαρίου 2000.

εφ. Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα: 1930-1940, 7 Νοεμβρίου 1999.

εφ. Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Η Ελλάδα τον 20ο αιώνα: 1940-1945, 14 Νοεμβρίου 1999.

εφ. Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Πόλεμος του ’40: Εικαστικά και σκιτσογραφία, 26 Οκτωβρίου 1997.

εφ. Το Βήμα, Άγκυρα προς Λονδίνο: «Δώστε μας τη Θεσσαλονίκη», 21 Οκτωβρίου 1979.

Ιατρίδη Γ. Ο. (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση, Θεμέλιο, 1984.

Κολιόπουλος Ι. Σ., «Εσωτερικές και εξωτερικές εξελίξεις από την 1η Μαρτίου 1935 ώς την 28η Οκτωβρίου 1940», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 358-453.

Κολιόπουλος Ι. Σ., Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ‘40, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1994.

Λιναρδάτος Σ., Ο πόλεμος 1940-41 και η μάχη της Κρήτης, τόμοι Α΄ και Β΄, Διάλογος, 1976-77.

Λιναρδάτος Σ., Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, 2η έκδοση, Θεμέλιο, Αθήνα, 1965.

Μαρωνίτη Δ. Ν., Ένα επί τρία, εφ. Το Βήμα (Νέες Εποχές), 17 Οκτωβρίου 1999.

Μεταξάς Ι., Το προσωπικό του ημερολόγιο, τ. Δ΄, Αθήνα, 1960 (επιμ. Φ. Βρανά).

Μπεράτη Γ., Το Πλατύ ποτάμι, 3η Έκδοση, Ερμής, 1973.

Σεφέρης Γ., Δοκιμές, Γ΄ τόμος (Παραλειπόμενα 1932-1971), Ίκαρος, 1992.

Σεφέρης Γ., Μέρες, Γ΄ 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος, 1984.

Σεφέρης Γ., Πολιτικό ημερολόγιο, Α΄ 1935 – 1944, Ίκαρος, 1979.

 

 

Advertisements