Και βέβαια αλλάζει

Κυρίες και κύριοι,

Καταρχάς, μια εξομολόγηση και μια προειδοποίηση. Μια εξομολόγηση για το πώς ξεπέρασα το σοκ της σελίδας 90. Όταν έπιασα στα χέρια μου το βιβλίο ταράχθηκα. Λες και ήταν χθες. Σκέφθηκα, αυτό δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο. θα της τα πω. Κάπως έτσι: «Bάλτε το καλά στο μυαλό σας κυρία Καστρινάκη: εμάς τους δύο μας χωρίζει άβυσσος, όπως θα έλεγε η κ. Γεννηματά.» Εσείς ήσασταν με το ΚΟΝ  ̶ μην το αρνείστε, το ομολογείτε στη σελίδα 90 ̶  και εμείς με το ΠΟΝ στη θρυλική διαμάχη ΠΟΝ-ΚΟΝ που σημάδεψε την ιστορία του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, και όχι μόνο. Μετά την πρώτη αναστάτωση επικράτησαν ωριμότερες σκέψεις: «Κάλμαρε, μονολογούσα. Τι θες, να την πατήσεις; ΟΚ, είναι γνωστό ότι ανήκες στους ταλιμπάν του ΠΟΝ. Αλλά αν σηκωθεί κανένας θρασύς από τους παρευρισκόμενους, και θυμίσει ότι βγήκες δημοσίως και εκφώνησες λόγο στον οποίο ακουγόταν καμιά δεκαριά φορές το «Εμείς οι νέοι κομμουνιστές» την έβαψες. Δεν φτάνει που η καζούρα γι’ αυτό σε συνοδεύει ιδιωτικώς έως σήμερα, πρέπει να ρεζιλευτείς και δημοσίως; Έτσι κατέληξα να μην πω λέξη για το κορυφαίο αυτό ζήτημα στη σημερινή μου ομιλία.

Και η προειδοποίηση. Προειδοποίηση προς πρώην κνίτες και «μαοϊκούς» που ίσως βρίσκονται απόψε εδώ: Εάν έχετε τα κότσια, ελάτε να συζητήσουμε. Και είμαι πανέτοιμος, όσο και χθες, να αποδείξω στους μεν ότι εμείς είχαμε την πλειοψηφία στη 12η Ολομέλεια και όχι οι «κολιγιάννηδες», και στους δε ότι όπως λέει ο Γκαρωντύ στο «κινέζικο πρόβλημα» στη σελίδα 72 κ.λπ., κ.λπ. Το ήξερα από έξω το βιβλίο. Αλλά ο συγχωρεμένος Θωμάς Βασιλειάδης που δεν ήταν του διαβάσματος, το είχε διαρκώς υπό μάλης ώστε ευκαιρίας δοθείσης να το επικαλεστεί στα πηγαδάκια. Βλέπετε στο εδώ Πολυτεχνείο, επί αρκετούς μήνες μετά τη μεταπολίτευση, υπήρχαν μόνο ο Ρήγας και οι Κινέζοι… Και ο Γεράσιμος Λιόντος που όταν έπαιρνε τον λόγο δεν υπήρχε περίπτωση να μη ρωτήσει: «τι έκανες στις 12 Αυγούστου Βασιλειάδη»; (Είχαμε κατέβει τότε στο Υπουργείο Παιδείας.)

Λες και ήταν χθες. Αυτή είναι η πρώτη αίσθηση διαβάζοντας το βιβλίο της κ. Καστρινάκη. Είναι το πνεύμα των καιρών, το zeitgeist της μεταπολιτευτικής περιόδου που αναδίνει το βιβλίο της. Κυρίως, όμως, το zeitgeist  ̶ εντάξει, το παρατραβάω λίγο  ̶  που είχε να κάνει με το ΚΚΕεσ, την ανανεωτική Αριστερά και πρωτίστως με τον Ρήγα Φεραίο. Δηλαδή, τον δικό μας κόσμο. Αν ξεκινήσετε να διαβάζετε το βιβλίο δεν πρόκειται να το αφήσετε στη μέση. Δεν μπορείτε να τα βάλετε με τη νοσταλγία. Αλλά το βιβλίο δεν είναι μόνο αυτό.

Η ηρωίδα της αφήγησης, η Ειρήνη, μας παίρνει από το χέρι για να μας ξεναγήσει σε όλα τα γυμνασιακά της χρόνια. Δεν ξέρω αν, παραφράζοντας τον Φλωμπέρ, η κ. Καστρινάκη δηλώνει «η Ειρήνη είμαι εγώ.» Πάντως, η ηρωίδα μας είναι ιδιόμορφη περίπτωση σε ιδιάζοντες καιρούς. Στην πρώτη κιόλας παράγραφο, εξομολογείται ότι πρωτάκι ακόμα διάβαζε με μανία, χοντρούς τόμους, εκατοντάδες σελίδες, και είχε μάλιστα ανακαλύψει και ένα νέο είδος βιβλίου: τα δοκίμια. Και το επόμενο καλοκαίρι μας λέει ότι ο στόχος της ήταν να διαβάζει 1000 σελίδες την ημέρα, αλλά ουδέποτε πέρασε τις 300. Pas mal, που λένε και οι Γάλλοι. Πρέπει να είναι και ισχυρογνώμων. Γυρίζοντας στο σχολείο από τις καλοκαιρινές διακοπές την απασχολούσε έντονα η ψυχολογία του εφήβου και ήθελε να το συζητήσει με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες της. Αφού έφαγε μια κρυάδα από αυτούς, άρχισε να υποψιάζεται πως έκανε κάποιο λάθος. Ύστερα από μερικές δεκαετίες, ωστόσο, επανέρχεται στο εφηβικό της project. Και μας δίνει μια ευαίσθητη, με χιούμορ, προπάντων όμως ευφυή αποτύπωση των διεργασιών στην ψυχή των εφήβων. Και, μάλιστα, όχι σε ομαλούς καιρούς: ακριβώς στο μεταίχμιο, όταν ο πουριτανισμός αρχίζει να υποχωρεί με ραγδαίους ρυθμούς.

Όπως κάθε έφηβος με ζωντάνια είχε να διαχειριστεί πολλά πράγματα συγχρόνως. και η μέρα δεν έφτανε. Η Ειρήνη είναι ένα παιδί που μετράει τα άστρα. Μόνο που όταν φτάνει στο εικοστό δεύτερο, πετάγεται και λέει συνεχίζω αύριο, έχω συνεδρίαση, έχω ακτίφ, ολομέλεια, αφισοκόλληση, φροντιστήριο, μαθήματα, και έχω να βρω και αυτόν τον ψηλό με τα πράσινα μάτια που μου έχει γίνει έμμονη ιδέα. Δεν είναι μόνο αυτά. Το μυαλό της προσπαθεί να ξεχωρίσει τη διαφορά ανάμεσα στο «υπέρ το δέον» και το «υπέρ του δέοντος», και ανακαλύπτει γρήγορα πόσο δύσκολο πράγμα είναι το γράψιμο. Πάλευε επίσης με το ύφος. Ο Σαμαράκης εντυπωσίαζε με το «κοφτό, λαχανιαστό ύφος του», αλλά η Ειρήνη το ήξερε πως σε μερικά θέματα δεν ταίριαζε. Μου θύμισε έναν αθεόφοβο συμμαθητή μου, ο οποίος είχε βρει την πατέντα για κάθε κείμενο που ανέλυε: «το ύφος είναι απλό και γλαφυρό».

Ζει και σε ιδιάζοντες καιρούς. Με ένα Πολυτεχνείο-σύμβολο που έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις, δεν μπορείς να μονάζεις. Ιδίως, όταν η οικογένεια, ένας καθηγητής με γυαλάκια, και τα πολλά βιβλία σε έχουν εμποτίσει με ιδεαλισμό. Μέλος της ΔΗΜΑΚ, της συντακτικής επιτροπής της Μαθητικής Πορείας, του Ρήγα Φεραίου, της συντακτικής επιτροπής του Θούριου, μαθήτρια ακόμη. Ούτε ο Λένιν δεν είχε τόσο γρήγορη κομματική ανέλιξη… Όλα αυτά περιπλέκουν τα πράγματα. Η Ειρήνη αναρωτιέται γιατί οι εισηγήσεις αρχίζουν πάντα με το «η συγκυρία είναι κρίσιμη», δεν της κάθεται καλά το «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» (Ψωμί; Τι ψωμί; Υπάρχει κανένας που πεινάει;), μπερδεύεται με την ατομικότητα, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει «το καλύτερο είναι εχθρός του καλού.» Μετά έρχονται τα δύσκολα: ρεβιζιονισμός, οπορτουνισμός, ντετερμινισμός κ.ο.κ. Δεν αναφέρει το «λικβινταρισμός», ίσως γιατί ήταν το πιο αυτονόητο πράγμα για τους Ρηγάδες… Φυσικά, ήταν υπέρ της Ευρώπης των εργαζομένων και είχε μάλιστα δυο-τρία επιχειρήματα για τα πηγαδάκια. Εμείς, απεναντίας, ήμασταν μεν υπέρ της ΕΟΚ, αλλά αν μας ρωτούσες τι είναι η ΕΟΚ, ιδέα δεν είχαμε.

Με όποιον κνίτη έχω μιλήσει δύο πράγματα μου έχει πει. Πρώτον, ότι οι Ρηγάδες ήταν κουλτουριάρηδες. Τότε ήταν σχεδόν βρισιά, σήμερα έχει μιαν απόχρωση θετική. Δεύτερον, απαξάπαντες παραδέχονται ότι οι πιο ωραίες κοπέλες είχαν οργανωθεί στον «Ρήγα Φεραίο», και το θεωρούν ανεξήγητο. Σύντροφοι της άλλης πλευράς, η εξήγηση είναι απλή. Όμορφες ή μη οι Ρηγήτισες είχαν στυλ, είχαν μιαν αύρα. Εάν στο πρόσωπό σου αποτυπώνεται το καθήκον, αν στις τρεις φράσεις οι δύο είναι στερεότυπα, αν σου αρέσει να κουβαλάς πάνω σου την ήττα του εμφυλίου και τις θυσίες, αν τρέφεσαι με ήρωες και κλάψες, με το συμπάθιο, η γοητεία κάνει φτερά.

Η αλήθεια είναι, όπως εξομολογείται κάποιος φίλος της Ειρήνης, ότι «Δεν παίρναμε και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας.» Εκ των υστέρων, αυτό αποδεικνύεται μάλλον υγιές στοιχείο. Ο Μάρκος Βαμβακάρης μάλλον δεν θα είχε πρόβλημα με τους Ρηγάδες. (Στο μαγαζί που δούλευε πήγαιναν χίτες και κομμουνιστές. Οι πρώτοι ζητούσαν να παίξει χασικλίδικα. Οι κομμουνιστές του έλεγαν να μην παίξει. Το σχόλιο του Βαμβακάρη: «Αυτοί ήταν σοβαροί από τότε.»)

Αυτή η ελευθερία ήταν μεγάλο μπέρδεμα. Το φοιτητικό κίνημα έβγαινε από τη δικτατορία με πολύ μεγάλη ισχύ, με πολύ μεγάλο κύρος. Δεν μπόρεσε το φοιτητικό κίνημα να διαχειριστεί αυτήν την ισχύ. Δεν αποδίδω κατηγορίες, διαπίστωση κάνω. Δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε την ελευθερία που νιώθαμε και την ισχύ που είχαμε. Η κ. Καστρινάκη κάνει ένα βήμα παραπέρα. «Ελευθερία: υποχρέωση σχεδόν να είμαστε ελεύθεροι, ακόμα και πεπειραμένοι». Ερώτηση προς την κ. Καστρινάκη: Ήταν ο Ρήγας που έφερε τον ελευθεριασμό στην Ελλάδα; Διότι ο Ρήγας ήταν όλος μια «κρεβατοκάμαρα», έλεγαν οι κνίτες, αλλά η Ειρήνη δεν το είχε διαπιστώσει.

Με τούτα και με τα άλλα, φθάνουμε στη Συμμαχία, στην απότομη προσγείωση, στους «140.000 μαχητές» της Αυγής, στη διάσπαση. Τα αφήνω αυτά, θα μας πήγαιναν πολύ μακριά. Όποιον αριθμητικό δείκτη κι αν χρησιμοποιήσουμε, το συμπέρασμα είναι πως ως ανανεωτική Αριστερά αποτύχαμε. Έχω μια θεωρία γι’ αυτό που επίσης δεν είναι της ώρας. Ωστόσο, δεν νιώθω καθόλου ότι έχασα. Κι αυτό, παραδόξως, χάρη σε έναν συντηρητικό. Να τι λέει:

Εάν πάρουμε την πλέον ευρεία και σοφή άποψη του Αγώνα, δεν υπάρχει Χαμένος Αγώνας, επειδή δεν υπάρχει Κερδισμένος Αγώνας. Παλεύουμε για χαμένες υποθέσεις διότι γνωρίζουμε ότι η ήττα και η αποκαρδίωση μας μπορεί να είναι ο πρόλογος στη νίκη των επιγόνων μας, μολονότι αυτή η νίκη θα είναι προσωρινή. παλεύουμε μάλλον να κρατήσουμε κάτι ζωντανό παρά προσδοκώντας ότι θα θριαμβεύσει.   (Τ. Σ. Έλιοτ)

 

Αγαπητοί φίλοι

Η κ. Καστρινάκη ξέρει να γράφει, και ξέρει ότι ξέρει να γράφει. Ξέρει, επίσης, ότι αυτό δεν φτάνει. Εμένα μου μένει από το βιβλίο μια ηθική στάση που, με όσο αυτοσαρκασμό κι αν την περιβάλλει, είναι πανταχού παρούσα. Σε κάθε λέξη, σε κάθε φράση. Φθάσαμε στις μέρες μας να λέμε «προσβάλλει την αισθητική μου», εκεί που θα έπρεπε να λέμε είναι «ηθικό ζήτημα.» Σαν να ντρεπόμαστε. Φυσικά η κ. Καστρινάκη δεν ηθικολογεί. Η ηθική της βρίσκεται στις πράξεις της και στις αμφιβολίες της. Και στη μετριοπάθειά της. Είτε της αρέσει, είτε όχι είναι Αριστερή. Άλλωστε το ομολογεί: «Τέλος πάντων, αυτή τη στιγμή προσβλέπουν και οι δύο [η Ειρήνη και η μητέρα της] πλέον στην Κεντροαριστερά και ελπίζουν ότι κάποτε θα προκύψει επιτέλους ο νέος φορέας κ.λπ., κ.λπ.» Με βάζει βέβαια σε σκέψεις το διπλό «κ.λπ.», αλλά δεν είναι ώρα για μιζέριες.

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να τελειώσω κάπως πολιτικά, μια που το ‘φερε η κουβέντα. Εδώ και έναν χρόνο ζούμε ένα πράγμα που αυτοπροσδιορίζεται ως Αριστερά. Αυτό το πράγμα κατέλαβε την εξουσία συνδυάζοντας έναν παγερά μεθοδικό γιακωβινισμό και τη λογική των enragés ως αγγέλων-εξολοθρευτών.

Έγραψα στις αρχές του περασμένου Μαΐου.

Τον προσεχή Ιούνιο θα ομαλοποιηθούν τα πράγματα στη χώρα. Όσα συμβαίνουν μετά τις εκλογές είναι τα ορντέβρ πριν την υπογραφή του νέου Μνημονίου: τα διάφορα ηρωικά που ακούγονται είναι ευθέως ανάλογα των συνεχών υποχωρήσεων στις απαιτήσεις των δανειστών. Όμως, τον Ιούνιο θα υπάρξει κρίση. Όχι επειδή βουλευτές της πλειοψηφίας θα καταψηφίσουν τη νέα συμφωνία, ή επειδή στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα αποχωρήσουν ή θα διαγραφούν. Μπορεί να συμβούν αυτά, μπορεί και όχι. Θα εκδηλωθεί μεγάλη κρίση διότι θα υπάρξει μείζον συνειδησιακό σοκ. Και θα ακολουθήσει σύντομα η οδυνηρή αυτογνωσία: αφού υπογράψαμε νέο μνημόνιο, αφού διαψεύστηκαν οι προσδοκίες μας, αφού καταποντίστηκαν τα όνειρά μας, εμπρός ας απολαύσουμε την εξουσία. Και η χώρα θα βρει την κανονικότητά της. Που μας οδήγησε στα Μνημόνια.

Δεν έχουμε ξαναδεί τέτοιον αχαλίνωτο κυνισμό. Ξέραμε το «η τέχνη για την τέχνη.» Τώρα ανακαλύψαμε το «η εξουσία για την εξουσία.» Αυτό το πράγμα πρέπει να ηττηθεί κατά κράτος. Αν θέλουμε να κρατήσουμε την ελπίδα της Αριστεράς ζωντανή σε τούτη τη χώρα.

Αγαπητοί φίλοι, τελειώνω.

Στα είκοσι του χρόνια, ο Άλμπερτ Χίρσμαν (μαζί με τον φίλο και γαμπρό του, φιλόσοφο Ευγένιο Κολόρνι, τον οποίο σκότωσαν οι φασίστες στη Ρώμη λίγο πριν την απελευθέρωσή της) είχε θέσει ως σκοπό του βίου του «να διαψεύσει τον Άμλετ»  ̶ να μην εγκλωβιστεί στο αδιέξοδο της παραλυτικής αμφιβολίας του ήρωα του Σαίξπηρ. Και τα κατάφερε, διότι τόσο στη vita activa, όσο και τη vita contemplativa του πίστευε ότι το πάθος για το δυνατό μπορεί να είναι εξίσου ισχυρό με το πάθος των επαναστατών ή των αντιδραστικών.

Αυτό στριφογύριζε στο μυαλό μου καθώς διάβαζα τις τελευταίες σελίδες.

«Και πώς θα τελειώσεις το αφήγημά σου;» με ρώτησε η Βασιλική. «με τη φράση που είπε η μητέρα της Ειρήνης πως δεν αλλάζει ο άνθρωπος;»

Της απάντησα με μια σφοδρότητα που με ξάφνιασε και την ίδια: «Και βέβαια αλλάζει!»

Οφείλει να αλλάξει, θα μπορούσα να είχα προσθέσει.

Κατά κάποιο τρόπο, η αισιοδοξία είναι κι αυτή ένα κληροδότημα της εποχής.

Η κ. Καστρινάκη κατάφερε, ή εν πάση περιπτώσει σχεδόν κατάφερε, να διαψεύσει τη μητέρα της.

 

Σας ευχαριστώ πολύ

Advertisements