Το σοκάρισμα του Άλαν Γκρίνσπαν

Ήταν σαν να απαντούσε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος «σοκαρίστηκα, διότι επί δεκαετίες πίστευα στην ύπαρξη του Θεού». Ο πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων Χένρι Γουάξμαν ζητούσε πιεστικά διευκρινήσεις: δηλαδή «διαπιστώσατε πως η άποψή σας για τον κόσμο, η ιδεολογία σας, δεν ήταν ορθή»; Και ο ερωτώμενος Άλαν Γκρίνσπαν απάντησε: «Απολύτως, ακριβώς. Ξέρετε, αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που σοκαρίστηκα…». Γιατί; Διότι για περισσότερα από σαράντα χρόνια πίστευε ότι το ίδιον συμφέρον των τραπεζών και άλλων οργανισμών είναι υπεραρκετό για να προστατεύσει τους μετόχους και τα κεφάλαιά τους. Ο «Ιεροφάντης» του χρηματοπιστωτικού συστήματος, του οποίου επί δεκαοκτώ έτη όλοι προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν τις ρήσεις, ήταν απολύτως σαφής. Άλλωστε στο χειρόγραφο που ανάγνωσε διαβάζουμε ότι βρίσκεται σε «κατάσταση σοκαριστικού σκεπτικισμού» όσον αφορά την ικανότητα των τραπεζών να αυτορρυθμίζονται.

Τρία πρόσωπα σηματοδότησαν την τριαντάχρονη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού στις ΗΠΑ: ο Ρ. Ρέιγκαν,, ο Μίλτον Φρίντμαν και ο πρώην Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Άλαν Γκρίνσπαν. Δεν προσπερνάς εύκολα την ομολογία του μοναδικού εν ζωή προσώπου αυτής της «Αγίας Τριάδας» ότι «έσφαλε» πιστεύοντας ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούν να αυτορρυθμίζονται. Μια τέτοια αμφισβήτηση του πυρήνα του νεοφιλελευθερισμού έχει τη σημασία της τόσο για τους πολύ λίγους που υποστηρίζουν ότι, άπαξ και ξεπεραστεί, η τρέχουσα κρίση θα έχει ασήμαντες πολιτικο-ιδεολογικές επιπτώσεις, όσο και για τους πάρα πολλούς που (εξακολουθούν να) πιστεύουν ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να υπαγορεύεται από την ιδεολογία.

Η ομολογία αυτή πιθανόν ήταν υποκριτική. Κάποιοι ίσως θυμήθηκαν τον Διοικητή της Αστυνομίας Ρενό στην Καζαμπλάνκα, ο οποίος, ενώ εισπράττει από τον γκρουπιέρη τα κέρδη του, εξηγεί στον Ρικ (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ) ότι σοκαρίστηκε και θα του κλείσει το μαγαζί διότι ανακάλυψε ότι είναι στέκι παράνομου τζόγου. Δεν ήταν ο ίδιος ο Γκρίνσπαν που διαβεβαίωνε, λίγο πριν συνταξιοδοτηθεί το 2006, ότι και οι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί έγιναν λιγότερο ευάλωτοι στα σοκ και το χρηματοπιστωτικό σύστημα συνολικά πιο ανθεκτικό; Πιθανόν, επίσης, ήθελε να περισώσει ό,τι μπορούσε από την υστεροφημία του, βλέποντας να του χρεώνεται η παγκόσμια οικονομική κρίση εξαιτίας της πολιτικής του φθηνού χρήματος που εφάρμοσε, μέχρι του σημείου να λέγεται ότι αυτή η κρίση «θα μείνει στην ιστορία ως η Μωρία του Γκρίνσπαν» (Jeffrey Sachs). Ίσως, όμως, η απλούστερη ερμηνεία να είναι και η ορθή. Ήταν όντως ειλικρινής. Μπροστά σε μια χρηματοπιστωτική κρίση που εμφανίζεται άπαξ στη ζωή ενός ανθρώπου, μπορεί να αλλάξουν και οι πλέον εδραιωμένες ιδέες. Οι ιδεολογίες δεν καταρρέουν λόγω εσωτερικών αντιφάσεων, αλλά από εξωτερικά σοκ.

Εν πάση περιπτώσει, καταγράφεται στα υπέρ του το ότι δεν κατέφυγε ούτε εμμέσως στο σαθρό επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων (που έφθασε και στη χώρα μας) ότι η κύρια ευθύνη για την κρίση βρίσκεται στις κυβερνητικές παρεμβάσεις. Απεναντίας, υιοθέτησε τη δεσπόζουσα άποψη ότι, μολονότι η αρχική πηγή της κρίσης ήταν τα ενυπόθηκα δάνεια υψηλού κινδύνου, δίχως την υπερβολική ζήτηση για τιτλοποιήσεις, οι επιπτώσεις τους θα ήταν πολύ μικρότερες.

Σε μεγάλο βαθμό, συνεπώς, η οικονομική κρίση οφείλεται στον τρόπο λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επί σειρά ετών, ιδίως μετά σκάνδαλο της Enron, υπήρξαν απόπειρες να επιβληθούν ρυθμιστικοί κανόνες στα παράγωγα. Όλες, όμως, προσέκρουσαν στην άρνηση του Γκρίνσπαν. Τα επιχείρημά του αμετάβλητο. Ένας κλάδος τρισεκατομμυρίων και σημαντικός σταθεροποιητικός παράγοντας, διότι διαχέει τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο, «μπορεί να υπονομευθεί από ακατάλληλες επεκτάσεις των κυβερνητικών ρυθμίσεων». Πίσω από τούτη την άρνηση βρισκόταν η πεποίθησή του ότι οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λειτουργούν σωστά λόγω της «counterparty surveillance», δηλαδή της μεταξύ των συναλλασσόμενων εποπτείας. Αυτός ακριβώς ο ακρογωνιαίος λίθος της ισορροπίας των χρηματοοικονομικών αγορών, όπως ομολόγησε, απέτυχε. Και αυτή η αποτυχία τον έφερε σε «κατάσταση σοκαριστικού σκεπτικισμού».

Πρόκειται για ιδεολογική προσκόλληση στο laissez-faire με βαθιές ρίζες. Ο Γκρίνσπαν υπήρξε μέλος του στενού κύκλου της «μεγάλης ιέρειας του αχαλίνωτου καπιταλισμού» (Bill Goldstein, «New York Times», 21-07-2002) αμερικανο-ρωσίδας φιλοσόφου και μυθιστοριογράφου Ayn Rand. Στο περιοδικό της έγραψε ότι «στο βάθος της ατέλειωτης στοίβας χαρτιών που χαρακτηρίζει όλες τις ρυθμίσεις βρίσκεται ένα όπλο» που σκοτώνει την ελευθερία. Οι ρυθμίσεις υπονομεύουν «το εξαίρετο ηθικό σύστημα», που εκπορεύεται από το γεγονός ότι «συμφέρει κάθε επιχειρηματία να φημίζεται για έντιμες συναλλαγές και προϊόντα ποιότητας». Οπότε είναι προφανώς «κολεκτιβιστικός» μύθος το ότι ένας επιχειρηματίας «θα επιχειρούσε να πουλήσει επικίνδυνες τροφές και φάρμακα, αθέμιτα χρεόγραφα, και σκάρτα κτήρια». Η απόλυτη ιδεοληψία…

Το είδαμε ξανά και ξανά. Όταν η οικονομική πολιτική υπαγορεύεται από ιδεοληψίες στο τέλος του δρόμου υπάρχει η καταστροφή. Η αγορά αποδείχθηκε ανίκανη να διαχειριστεί τους κινδύνους, ο μύθος της αυτορρύθμισής της κατέρρευσε. Η ομολογία του Γκρίνσπαν είναι μια πρόσθετη απόδειξη της μεγάλης στροφής που συντελέστηκε, όταν αποφασίστηκε η δραστική παρέμβαση του κράτους προκειμένου να σωθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ζυγαριά έχει γείρει προς τη μεριά των ρυθμιστικών παρεμβάσεων και ενός σημαντικότερου ρόλου του κράτους στη διαχείριση των κινδύνων. Μένει να δούμε ποιο θα πρέπει να είναι το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην ταυτόχρονη ανάγκη των σύγχρονων κοινωνιών για ασφάλεια και καινοτομία.

Ο νυν πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Μπεν Μπερνάνκι είπε πρόσφατα ότι «δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα και ιδεολόγοι στις χρηματοπιστωτικές κρίσεις». Όντως και ευτυχώς, διότι αυτός ο εξ ανάγκης επιβληθείς πραγματισμός στις κυβερνήσεις διέσωσε το σύστημα. Δεν ξέρω για τη θρησκευτική πίστη, αλλά όσον αφορά την οικονομική πολιτική σίγουρα δεν θα έβλαπτε αν μπορούσαν να υπάρξουν και μερικά χρόνια κοινής λογικής πριν από τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις.