Ο Πρώτος Σεισμός της Νεωτερικότητας

Στο θέατρο της Porte-Saint-Martin του Παρισιού, το 1804, παιζόταν το δράμα σε τρεις πράξεις Η Καταστροφή της Λισαβόνας. Μισό αιώνα μετά, η καταστροφή της βασίλισσας των θαλασσών από τον φοβερό σεισμό της 1ης Νοεμβρίου του 1755 προκαλούσε ακόμη συγκίνηση στην Ευρώπη. O σεισμός αυτός ασφαλώς δεν ήταν ούτε ο ισχυρότερος ούτε ο καταστρεπτικότερος από όσους γνώρισε ο πλανήτης μας. Ωστόσο, έμεινε στην ιστορία ως ο «Μεγάλος Σεισμός της Λισαβόνας» διότι οριοθέτησε δύο εποχές. Πριν από αυτόν ο σεισμός είναι θεοσημία, θεομηνία, θεϊκή οργή και τιμωρία. Έκτοτε είναι πρωτίστως φυσικό φαινόμενο.

Οι τεράστιες καταστροφές, πολλαπλασιασμένες από φήμες για εκατό χιλιάδες νεκρούς και ολοσχερή καταστροφή της πόλης, προκάλεσαν ισχυρότατους διανοητικούς μετασεισμούς σε όλη την Ευρώπη. Θρησκόληπτοι τρομοκρατούσαν τον κόσμο με προφητείες για χειρότερες καταστροφές, ιερείς και καλόγεροι απειλούσαν τους αμαρτωλούς, θεολόγοι προσπαθούσαν να ανασυγκροτήσουν τα επιχειρήματά τους, επιστήμονες και φιλόσοφοι -ανάμεσά τους και ο τριαντάχρονος Ι. Kant- αντιπρότειναν φυσικές ερμηνείες. Λίγους μήνες μετά με το «Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας» και τέσσερα χρόνια αργότερα με το πολυδιαβασμένο Candide, ο Voltaire θα χρησιμοποιήσει την καταστροφή για να πλήξει τον τότε ηγεμονεύοντα οπτιμισμό του «καλύτερου από όλους τους δυνατούς κόσμους». Στην καρδιά του διαφωτισμού, οι διαμάχες με φόντο τον σεισμό αντανακλούν αλλά και ανανεώνουν τη σύγκρουση ανάμεσα στις κατεστημένες ιδέες και στο αίτημα για ορθολογισμό.

Η καταστροφή της Λισαβόνας είναι σημείο καμπής και για έναν άλλο εξίσου σημαντικό λόγο. Για πρώτη φορά αντιμέτωπο με μια μείζονα φυσική καταστροφή, ένα νέο έθνος-κράτος αναλαμβάνει την κύρια ευθύνη αφενός για την αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών και, αφετέρου, μακροπρόθεσμα για την πολεοδομική ανασυγκρότηση της πόλης. Για να επιβληθούν τέτοιες αλλαγές έπρεπε να ξεπεραστούν ισχυρές αντιστάσεις. Ενώ όμως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες η μετακίνηση σε ορθολογικές ερμηνείες είναι απόρροια του ισχυρού σοκ και των θεωρητικών συζητήσεων, στην Πορτογαλία οι νέες αντιλήψεις αναδύονται από τη σύγκρουση της θεοκρατίας και του πολιτικού πραγματισμού πάνω στα ερείπια της κατεστραμμένης πόλης.

Ο σεισμός

Τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ευρώπης με 250.000 κατοίκους στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, η Λισαβόνα είναι η πρωτεύουσα μιας χώρας με παρωχημένες δομές και υπό καθεστώς εμπορικής «αποικιοκρατίας» από την Αγγλία, στο έλεος της Ιεράς Εξέτασης και με παιδεία ελεγχόμενη απολύτως από τους Ιησουίτες, όπου η θρησκοληψία και οι μεγαλοπρεπείς θρησκευτικές τελετές τρέφουν τους υποσιτιζόμενους κατοίκους της. Συγχρόνως, όμως, είναι μια πόλη απίστευτου πλούτου, χάρη στην εκμετάλλευση της αχανούς Βραζιλίας, με μπαρόκ οικοδομήματα εκθαμβωτικής χλιδής που ξεπετάγονται μέσα από τον μεσαιωνικό πολεοδομικό ιστό της.

Ο σεισμός άρχισε στις 10 παρά 20 το πρωί και εκδηλώθηκε με τρεις μεγάλες δονήσεις που διήρκεσαν με τα ενδιάμεσα διαλείμματα συνολικά δέκα λεπτά. Μεταγενέστερες μελέτες εκτιμούν το μέγεθός του σε τουλάχιστον 8,5 Ρίχτερ και τοποθετούν το επίκεντρό του νοτιοδυτικά της Λισαβόνας, στον Ατλαντικό Ωκεανό. Μία ώρα περίπου μετά, ένα τσουνάμι με κύματα ύψους γύρω στα έξι μέτρα έπληξε την πόλη. Πλοία συνετρίβησαν, τμήματα της προκυμαίας με παρακείμενα οικοδομήματα κατέρρευσαν και πολλοί κάτοικοι, που έντρομοι είχαν αναζητήσει ασφάλεια στην προκυμαία και στα αγκυροβολημένα πλοία, έχασαν τη ζωή τους.

Η καταστροφή ήταν τρομακτική. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι οι νεκροί ήταν πολλές δεκάδες χιλιάδες, άλλοι όμως εκτιμούν ότι δεν ξεπέρασαν τις δέκα χιλιάδες. Από το σύνολο των κατοικιών τουλάχιστον το ένα δέκατο κατεστράφη ολοσχερώς και πάνω από τα δύο τρίτα έπρεπε να επισκευαστούν. Τα μεγάλα κτήρια κατέρρευσαν: τα ανάκτορα, οι επαύλεις των ευγενών, όλα τα νοσοκομεία, τα περισσότερα μοναστήρια και οι εκκλησίες. Δεδομένου ότι ο σεισμός έγινε ανήμερα της εορτής των Αγίων Πάντων, ήταν ευτύχημα που οι εκκλησίες ήταν ακόμη μισογεμάτες ειδάλλως τα θύματα θα ήταν πολύ περισσότερα. Η μέγιστη, όμως, καταστροφή προήλθε από την πυρκαγιά που μαινόταν επί έξι μέρες κατατρώγοντας κτήρια και κυρίως τον συσσωρευμένο πλούτο στο εσωτερικό τους, όπως τους αμύθητους θησαυρούς και εβδομήντα χιλιάδες τόμους σπάνιων εκδόσεων στα ανάκτορα.

Σε μια χώρα με μεγάλες καταστροφές σε πολλές πόλεις και την πρωτεύουσά της σμπαραλιασμένη, με κουρελιασμένα τα νεύρα των κατοίκων από τους συνεχείς μετασεισμούς (κάπου πεντακόσιοι έως τον επόμενο Σεπτέμβριο), στην οποία ο βασιλιάς της «είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην Ευρώπη που δεν έχει αληθινή εικόνα της καταστροφής» και ευγενείς της σύντομα θα παραγγέλλουν πορσελάνες στα πολυτελέστατα παραπήγματα, πώς μπορούν να ορθοποδήσουν οι άνθρωποι;

Η αντιμετώπιση της καταστροφής

«Θάψτε τους νεκρούς και φροντίστε τους ζωντανούς» λέγεται πώς απάντησε ο Μαρκήσιος ντε Πομπάλ (1699-1782) στον περιδεή βασιλιά που τον ρώτησε τι πρέπει να γίνει. Η αποτελεσματικότητα του μαρκήσιου στην αντιμετώπιση της καταστροφής και οι εξαιρετικές διοικητικές του ικανότητες τον κατέστησαν αναμφισβήτητο ηγέτη του βασιλείου για μια τριακονταετία. Είναι μια αμφιλεγόμενη περίοδος κατά την οποία, σε μια καθυστερημένη και μακριά από τα ρεύματα του διαφωτισμού χώρα, έγιναν σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού χάρη κυρίως στην εμμονή του Πομπάλ, αλλά ταυτόχρονα περίσσευσε και η αυταρχικότητα που ενίοτε ήταν δυσδιάκριτη από την τρομοκρατία.

Λόγω του άμεσου κίνδυνου επιδημειών, η πρώτη φροντίδα του Πομπάλ ήταν η ταχεία απομάκρυνση των πτωμάτων. Αποδεχόμενος την πρότασή του για βύθιση των πτωμάτων στα ανοικτά, ο Καρδινάλιος-Πατριάρχης έδωσε εντολή στον κλήρο να βοηθήσει στη μαζική περισυλλογή τους. Για να διασφαλιστεί η διατροφή των πληγέντων οργανώθηκαν συσσίτια, απαγορεύτηκε η έξοδος από την πόλη όσων επαγγελματιών θα μπορούσαν να βοηθήσουν και επιβλήθηκε αυστηρός έλεγχος στις τιμές των ειδών διατροφής. Οι άστεγοι στεγάστηκαν προσωρινά πρώτα σε σκηνές και μετά σε παραπήγματα, για την κατασκευή των οποίων δεσμεύτηκε όλη η διαθέσιμη ξυλεία, και μέσα σε ένα χρόνο αποκαταστάθηκαν οι ζημίες σε χίλιες κατοικίες. Η αποκατάσταση της έννομης τάξης και των συμφερόντων της χώρας ήταν πρώτης προτεραιότητας επίσης ζήτημα. Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες για λεηλασία τριάντα τέσσερις κακοποιοί οι οποίοι είχαν δραπετεύσει από τις γκρεμισμένες φυλακές, και οργανώθηκε η προστασία κατά των αφρικανών πειρατών. Αλλά το κύριο μέλημα του Πομπάλ ήταν ότι η ζωή έπρεπε να ξαναπάρει το συντομότερο δυνατόν τους κανονικούς της ρυθμούς και προς αυτή την κατεύθυνση υποστήριξε παντοιοτρόπως κάθε πρωτοβουλία, ενώ παράλληλα όρισε ποινή φυλάκισης για όσους τρομοκρατούσαν τον κόσμο προαναγγέλοντας νέες καταστροφές.

Τα σχέδια του Πομπάλ, όμως, ήταν εξαρχής πολύ ευρύτερα. Αφού διέταξε άμεση καταγραφή των ζημιών στα κτήρια, ήδη από την 3η Δεκεμβρίου απαγορεύει την οικοδόμηση εκτός των παλιών ορίων της πόλης, ενώ την επομένη ο αρχιμηχανικός των ανακτόρων Manuel de Maia παρουσιάζει το πρώτο μέρος της μελέτης του για την ανοικοδόμηση της πόλης. Στα εγκεκριμένα από τον Πομπάλ σχέδια, το δαιδαλώδες μεσαιωνικό στιλ της Baixa, της πιο πληγείσης περιοχής της πόλης, αντικαθίσταται από ένα σύγχρονο ρυμοτομικό πλέγμα αρτηριών, που ένωναν τις δύο μεγάλες πλατείες της πόλης, και καθέτων μικρότερων δρόμων. Παράλληλα αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά δύο επιτακτικά προβλήματα. Για να καλυφθούν οι μεγάλες στεγαστικές ανάγκες επιβλήθηκε η τυποποίηση τόσο στα σχέδια των οικοδομών όσο και στη διαδικασία παραγωγής τους, η οποία οργανώθηκε με πολλά πρωτότυπα στοιχεία προκατασκευής. Από την άλλη, ο εύλογος φόβος μελλοντικού σεισμού ώθησε στην ανακάλυψη και χρήση μιας ενδιαφέρουσας ξύλινης κατασκευής που θα μπορούσε να συγκρατήσει τα πατώματα και τη στέγη σε περίπτωση αδυναμίας των τοίχων. Σε λίγα χρόνια και σε μια πρωτόγνωρη κλίμακα γεννήθηκε μια σύγχρονη πόλη στην οποία ενσωματώθηκαν οι πολεοδομικές αντιλήψεις της εποχής.

Εκσυγχρονισμός και θεοκρατία

Ήδη πριν από τον σεισμό ήταν φανερό στον Πομπάλ ότι ο εκσυγχρονισμός της χώρας θα ήταν ανέφικτος αν δεν περιορίζονταν αφενός τα προνόμια της παραδοσιακής αριστοκρατίας που ταύτιζε τον εαυτό της με το κράτος και αφετέρου η μεγάλη ισχύς του τάγματος των ιησουιτών. Η ανασυγκρότηση της χώρας από την καταστροφή απαιτούσε πρόσθετες συλλογικές προσπάθειες οι οποίες, όμως, υπονομεύονταν από τη δεισιδαιμονία που έβρισκε πρόσφορο έδαφος στους απελπισμένους κατοίκους της πόλης.

Κύριος εκφραστής της θεοκρατίας στη χώρα, το τάγμα των Ιησουιτών υπήρξε και το βασικό εμπόδιο στην προσπάθεια να εξορθολογιστεί το φαινόμενο του σεισμού. Ο Gabriel Malagrida, ηγετική μορφή των ιησουιτών περιβεβλημένη με τη φήμη αγίου και προφήτη, δημοσίευσε δύο μήνες πριν από την πρώτη επέτειο του σεισμού ένα σύντομο βιβλίο στο οποίο αμφισβητούσε τις φυσικές ερμηνείες του σεισμού και υποδείκνυε ότι οι κάτοικοι για να σώσουν την ψυχή τους έπρεπε να αποσυρθούν επί έξι μέρες σε κάποιον ιησουίτικο οίκο. Επρόκειτο για ευθεία πρόκληση προς τον Πομπάλ, ο οποίος δεν άργησε να βρει την ευκαιρία για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τους αντιπάλους του. Μια απόπειρα κατά της ζωής του βασιλιά από κάποιον προσβεβλημένο σύζυγο υπήρξε το πρόσχημα για μια ευρεία επιχείρηση τρομοκρατίας και φυλακίσεων σημαντικών οικογενειών του βασιλείου και οριστικής δίωξης των ιησουιτών από τη χώρα. Ο Malagrida, ωστόσο, σε μια έσχατη κίνηση ταπείνωσης των ιησουιτών, οδηγήθηκε ενώπιον της Ιεράς Εξέτασης, καταδικάστηκε ως αιρετικός και, ειρωνεία της ιστορίας, εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1761 στην πλατεία Rossio σε ένα από τα θεαματικότερα autos da fe.

Ο σεισμός της Λισαβόνας μετέτρεψε τον σεισμό από θεομηνία σε γεωφυσικό φαινόμενο, σηματοδότησε το τέλος του οπτιμισμού, ανέδειξε το κράτος στον κύριο διαχειριστή των καταστροφών και απέδειξε ότι συχνά οι φυσικές (και οι τεχνολογικές σήμερα) καταστροφές είναι σύνθετα φαινόμενα που δεν συρρικνώνονται στις φυσικές τους διαστάσεις. Άλλωστε, και οι περσινοί σεισμοί στην Ελλάδα και την Τουρκία θα μείνουν στην ιστορία ως καταλύτες για την ελληνοτουρκική προσέγγιση και την οριστική (;) ήττα του συστήματος ΒΑΝ.

Αναδημοσίευση από Το Αόρατο και το Ορατό Χέρι. Δημοσιεύθηκε στο Βήμα με τίτλο «Ο σεισμός που γκρέμισε τη θεοκρατία».