Ο Μέιντοφ και οι Άλλοι

Ο Carlo Ponzi εξασφάλισε μια θέση στις εγκυκλοπαίδειες, διότι εκπόνησε ένα κορυφαίο επιχειρηματικό σχέδιο: οι νεοεισερχόμενοι επενδυτές πληρώνουν τις αποδόσεις των επενδύσεων των παλαιότερων! Ο Μπέρναντ Μέιντοφ θα μείνει στη χρηματοοικονομική ιστορία, διότι το ποσό της απάτης του, 400 φορές μεγαλύτερο εκείνου του C. Ponzi, αποτελεί ρεκόρ όλων των εποχών. Και διότι το σύστημα που οικοδόμησε, μολονότι ένα κλασικό «σχήμα Πόντσι», υπήρξε πολύ πιο εκλεπτυσμένο.

Εγγύηση το όνομά μου

Δεν ήταν ο απατεώνας της γειτονιάς. Απεναντίας, ο Μέιντοφ ήταν αξιοσέβαστος, ισχυρός και διάσημος: πρώην πρόεδρος του NASDAQ, μέλος μιας συμβουλευτικής επιτροπής του Securities and Exchange Commission, δεσπόζουσα μορφή της εβραϊκής νεοϋορκέζικης κοινότητας. Χαμηλών τόνων και διόλου προκλητικός, βρισκόταν στον αντίποδα του θορυβώδους και μάλλον άξεστου σερ (!) Άλεν Στάνφορντ, του δεύτερου, προς το παρόν, μεγάλου απατεώνα της τρέχουσας κρίσης.

Είναι δυσεξήγητο γιατί ένας τέτοιου κύρους και τόσο πλούσιος άνθρωπος εμπλέκεται σε μια κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση απάτη. Ίσως κάποτε βρέθηκε στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης και αποφάσισε να περάσει στην απέναντι όχθη προκειμένου να διασώσει το επίπεδο της ζωής του. Η αδυναμία, όμως, αυτής της θεωρίας είναι ότι δεν στηρίζεται σε κανένα γεγονός. Αν αληθεύει ότι ξεκίνησε την απάτη τη δεκαετία του ΄70 (οπότε η επιτυχία του έπεται και δεν προηγείται της απάτης), τότε μάλλον πρέπει να ψάξουμε για φροϊδικά συμπλέγματα, για γονίδια, για κουσούρι… Πάντως, η εκ των έσω εμπειρία των ελεγκτικών μηχανισμών πρέπει να ενισχύει τη ροπή προς την απάτη. Ο Μέιντοφ είναι τουλάχιστον δεύτερος και οπωσδήποτε όχι ο τελευταίος: ο πρώην πρόεδρος του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης Richard Whitney προηγήθηκε κατά 70 χρόνια. Όντως, η γνώση είναι δύναμη…

Σε μια εποχή απρόσωπων επιχειρήσεων, στη Bernard L Madoff Investment Securities LLC, έγραφε η ιστοσελίδα της εταιρείας του, «το όνομα του ιδιοκτήτη βρίσκεται πάνω στην πόρτα». Πάνω στο συγκριτικό πλεονέκτημα του ελκυστικού ονόματος εδράστηκε μια πολιτική προσωπικών σχέσεων. Οι υποψήφιοι πελάτες προσελκύονταν στόμα με στόμα για να μπουν στο πολυπόθητο κλαμπ των διάσημων επενδυτών του Μέιντοφ. Κι αν από το μυαλό κάποιων περνούσαν υποψίες, μάλλον τις διέλυε αμέσως η σκέψη ότι «ακόμη κι αν κάτι τρέχει, ποιος θα τολμήσει να ελέγξει το πρώην αφεντικό του NASDAQ;». Άλλωστε, είχε επιβάλλει τέτοια στεγανά ώστε ουδείς τολμούσε να τον ελέγξει, και το χειρότερο ουδείς αναρωτιόταν (;) γιατί τα βιβλία του έλεγχε μια ασήμαντη εταιρεία λογιστών.

Σίγουρα, πάντως, δεν ταλαιπώρησαν πολύ τον εγκέφαλό τους τα σούπερ στελέχη τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών, σιωπηλά σήμερα σαν Αρσακειάδες, τα οποία πρότειναν ασυνείδητα, αλλά με πλήρη επίγνωση ότι αυγατίζουν τα μπόνους τους, αυτή την επένδυση σε ανυποψίαστους πελάτες. Προφανώς, ουδείς αλάνθαστος. Το σκανδαλώδες, όμως, είναι ότι δεν προχωρούσαν σε κανέναν έλεγχο, ενώ υπήρχαν έντονες φήμες ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Κατά τον ακαταπόνητο Harry Markopolos, σε 174 μήνες δραστηριότητας, μόνο 7 μήνες είχε αρνητικά αποτελέσματα και μάλιστα ασήμαντα, ενώ οι αποδόσεις ήταν 12-15% ετησίως, βρέξει χιονίσει! Βολικό; Ασφαλέστατα, για πάρα πολλούς. Και, βεβαίως, πώς να μη σκεφθεί κανείς αν αρκεί η ανικανότητα για να εξηγήσει την αποτυχία των ελεγκτικών μηχανισμών της κεφαλαιαγοράς να εντοπίσουν την πασιφανή σήμερα απάτη.

Κοκαΐνη, αναισθητικά και μιμητισμός

Οι περισσότερο ή λιγότερο λαμπεροί επενδυτές του Μέιντοφ προφανώς μόνο ανόητοι δεν είναι. Ωστόσο, όπως αποδεικνύει και η περίπτωση του Νεύτωνα που έχασε ένα εκατομμύριο σημερινά δολάρια στη φούσκα της British South Sea Co (1720), η αποδεδειγμένη ευφυΐα σε έναν τομέα δεν αρκεί για να μην πιαστείς κορόιδο. Ο καθηγητής Andrew Lo του MIT ισχυρίζεται ότι το κέρδος και η κοκαΐνη προκαλούν την ίδια εγκεφαλική λειτουργία, η οποία, μολονότι μπορεί να αντισταθμίζεται με την εκπαίδευση και την εμπειρία, ωθεί επενδυτές και επιχειρηματίες να αναλαμβάνουν κινδύνους που ειδάλλως θα απέφευγαν. Η ροπή προς τον κίνδυνο αυξάνεται ιδίως σε παρατεταμένες περιόδους ευημερίας που λειτουργούν σαν αναισθητικό για τον ανθρώπινο εγκέφαλο: οι μεγάλες απάτες δεν ευδοκιμούν σε περιόδους οικονομικής ευφορίας; Εν μέρει, η απληστία λειτούργησε στην υπόθεση Μέιντοφ. Ωστόσο, η εξυπνάδα του Μέιντοφ ήταν ότι, αντίθετα προς τις τερατωδώς υψηλές αποδόσεις των πυραμίδων, πρόσφερε σχετικά μικρές μεν, αλλά επαρκώς ελκυστικές και κυρίως μηδαμινής διακύμανσης αποδόσεις.

Ο μιμητισμός είναι ο βασικός μηχανισμός που εξηγεί την επιτυχία των σχημάτων Πόντσι. Πρόκειται για αυτοτροφοδοτούμενο μηχανισμό. Όσο περισσότεροι επενδύουν σε κάτι, τόσο πιο ελκυστική και ασφαλής δείχνει η επένδυση. Γιατί; Επειδή η συλλογή και η επεξεργασία των πληροφοριών είναι επίμοχθη διαδικασία, μια οικονομική λύση είναι να βασιστεί κανείς, ιδίως όταν αντιμετωπίζει δυσνόητες καταστάσεις, στο τι κάνουν οι άλλοι. Όταν μάλιστα αυτοί οι άλλοι έχουν πετύχει στη ζωή τους, θεωρείται σχεδόν αυτονόητο ότι ξέρουν τι κάνουν. Μόνο που τον μηχανισμό αυτό γνώριζε καλύτερα από όλους ο Μέιντοφ.

Το κρίσιμο έλλειμμα

Μικρογραφία της Γουόλ Στριτ, η υπόθεση Μέιντοφ απέδειξε για πολλοστή φορά πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, επιβεβαίωσε ότι η απληστία και η ευπιστία είναι γραμμένες στον γενετικό μας κώδικα και ανέδειξε την αποτυχία των ρυθμιστικών και ελεγκτικών μηχανισμών. Αφήνω αναπάντητο το ερώτημα, που στροβιλίζει στο μυαλό όχι λίγων, αν η πρόσφατη χρηματοπιστωτική φούσκα ουσιαστικά δεν ήταν παρά το μεγαλύτερο σχήμα Πόντσι της ιστορίας.

Ένας λανθάνων κοινωνικός φθόνος απέναντι στα πάμπλουτα θύματα του Μέιντοφ δεν μπορεί να υποβαθμίσει το γεγονός ότι πολλοί, ανάμεσά τους και σχετικά μικροί επενδυτές, είδαν να εξανεμίζονται πολυετείς κόποι. Το ουσιαστικό πρόβλημα, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Ένα στέλεχος επενδύσεων, που «τζόγαρε» νομίμως τα χρήματα των πελατών του σε επικίνδυνες επενδύσεις, διακινδύνευε τη φήμη και ίσως τη θέση του. Αλλά τα κίνητρά του ήταν ισχυρότατα: είχε να κερδίσει πάρα πολλά σε σχέση με το τι είχε να χάσει και κυρίως δεν διακινδύνευε δικά του χρήματα. Όπως και ο Μέιντοφ, δεν σεβάστηκε ανθρώπους που τον εμπιστεύθηκαν. Πείτε το επαγγελματική «ψυχρότητα», «αδιαφορία», «ασυνειδησία», «αλητεία». Πάντως, κάτι έλειπε όλα αυτά τα χρόνια, που τα σεμινάρια της «επιχειρηματικής ηθικής» απεγνωσμένα προσπαθούν να καλύψουν.