Διαχείριση Έργων: Μύθοι και Πραγματικότητα

Πολλαπλασιάζονται και γιγαντώνονται διεθνώς οι επαγγελματικές ενώσεις της Διαχείρισης Έργων (Project Management, ΔΕ), μέσα σε μια δυναμική του κλάδου η οποία κάνει πολλούς να υποστηρίζουν ότι, μετά την ποιότητα και τον ανασχεδιασμό των επιχειρησιακών διαδικασιών (BPR), η ΔΕ είναι το τρίτο μεγάλο κίνημα στο μάνατζμεντ. Παράλληλα στη χώρα μας, η οποία για πρώτη φορά στην ιστορία της πρέπει να διαχειριστεί τόσα πολλά και σημαντικά έργα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, η ΔΕ δείχνει τα τελευταία χρόνια να ξεπερνά τη νηπιακή της ηλικία. Οι εκδηλώσεις εντός και εκτός των πανεπιστημίων με αντικείμενο σχετικά θέματα πληθαίνουν, η ζήτηση για προγραμματιστές έργων και για εκπαιδευτικά προγράμματα παρουσιάζει αυξητική τάση, και υπάρχουν ήδη περιπτώσεις μεγάλων εφαρμογών χρονοπρογραμματισμού με χιλιάδες δραστηριότητες. Είναι επίσης πραγματικά αξιοσημείωτο ότι ελληνικές εταιρείες έχουν αναπτύξει υψηλής ποιότητας λογισμικό διαχείρισης έργων.

Εντούτοις, θα οδηγηθούμε σε εντελώς παραπλανητικά συμπεράσματα και σε αβάσιμη αισιοδοξία αν δεν εκτιμήσουμε τις πραγματικές διαστάσεις αυτών των αλλαγών. Δεν είναι λίγοι αυτοί που, βλέποντας ότι το τέλος των Ολυμπιακών έργων και του Γ΄ ΚΠΣ δεν είναι μακριά, αναρωτιούνται πόσο γρήγορα και πόσο ουσιαστικά εκσυγχρονίζονται οι ελληνικές εταιρείες ώστε να αντεπεξέλθουν στις νέες προκλήσεις. Μπορεί η ανυπαρξία προγραμματισμού να αποτελεί παρελθόν, αλλά είναι επίσης γεγονός ότι συχνά το χρονοδιάγραμμα χρησιμοποιείται απλώς για να καλύψει συμβατικές υποχρεώσεις. Εξάλλου, για την πλειονότητα των συναδέλφων, η ΔΕ είναι μια μακρινή ανάμνηση από τις προπτυχιακές σπουδές -το διάγραμμα Gantt και «εκείνο το δίκτυο με τα κουτάκια». Εν πάση περιπτώσει, η χώρα μας πρέπει να αναπληρώσει γρήγορα τα κενά, και ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι να αρθούν παρεξηγήσεις και εδραιωμένες απόψεις για τη ΔΕ.

Διαχείριση Έργων ίσον Διαχείριση των Κατασκευών;

Ανέκαθεν τα έργα, υπό την ευρεία έννοια, υπήρξαν στο κέντρο της ανθρώπινης δράσης και μοχλός ανάπτυξης, αλλά η ΔΕ ως επιστημονικός κλάδος αρχίζει να αυτονομείται μόνο κατά τη δεκαετία του ’60, με τη στήριξη του Υπουργείου Άμυνας και της αεροναυπηγικής βιομηχανίας των ΗΠΑ. Πολύ σύντομα, ήδη από τα τέλη του ΄60-αρχές ΄70, οι νεοπαγείς τεχνικές του προγραμματισμού των έργων εισήχθησαν στα ελληνικά Πολυτεχνεία, κυρίως στα τμήματα Πολιτικών Μηχανικών. Οι προσπάθειες αυτές συνάντησαν μικρή ανταπόκριση τόσο από την ακαδημαϊκή κοινότητα, όσο και από τους επαγγελματίες μηχανικούς, εξαιτίας εγγενών αδυναμιών του δημόσιου τομέα και των τεχνικών εταιρειών της χώρας, καθώς και των προτεραιοτήτων που προέκυπταν από τη συγκυρία. Σε άλλα πανεπιστημιακά τμήματα η κατάσταση ήταν χειρότερη, αφού παρέχονταν μόνο ψήγματα της θεωρίας. Ακόμη και σήμερα, στα περισσότερα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών τμημάτων πολυτεχνείων και διοίκησης επιχειρήσεων της χώρας μας δεν υπάρχει σχετικό μάθημα.

Η τότε δεσπόζουσα άποψη ότι η οικονομική και διοικητική διαχείριση είναι εκτός των προπτυχιακών σπουδών των πολυτεχνείων είχε δύο αρνητικές συνέπειες. Πρώτον, η ΔΕ παρέμεινε σχετικά περιθωριακή και εστιασμένη στις τεχνικές του προγραμματισμού των έργων, με τον οποίο είχε πρακτικά ταυτιστεί (το σημείο αυτό θα το σχολιάσω στη συνέχεια). Δεύτερον, μοιραία η ΔΕ ταυτίστηκε με τη διαχείριση έργων Πολιτικού Μηχανικού, με τη Διαχείριση των Κατασκευών (construction management). Η Διαχείριση των Κατασκευών αποτελεί, ασφαλώς, διεθνώς και ιδίως για τη χώρα μας σημαντική συνιστώσα της διαχείρισης έργων, ενδεχομένως μάλιστα τη σημαντικότερη. Είναι επίσης γεγονός, ότι από τη φύση της δουλειάς του, ο Πολιτικός Μηχανικός ασχολείται μόνο με έργα. Σε καμιά περίπτωση, όμως, η ΔΕ δεν ταυτίζεται με τη Διαχείριση των Κατασκευών. Τα έργα είναι συνυφασμένα με το επάγγελμα του μηχανικού, αφορούν κάθε ειδικότητα και η εξίσωση έργο ίσον έργο Πολιτικού Μηχανικού είναι λανθασμένη.

Ένα έργο ορίζεται ως «προσπάθεια κατά την οποία ανθρώπινοι, υλικοί και χρηματοοικονομικοί πόροι οργανώνονται κατά πρωτότυπο τρόπο, για να επιχειρηθεί ένας μοναδικός σκοπός εργασίας, δεδομένων προδιαγραφών, υπό περιορισμούς κόστους και χρόνου, ούτως ώστε να επιτευχθεί επωφελής αλλαγή προσδιοριζόμενη από ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους» (J. R. Turner). «Έργο είναι μια προσωρινή προσπάθεια που επιχειρείται για να δημιουργηθεί ένα μοναδικό προϊόν ή υπηρεσία» (PMBOK).[1] Από τους ορισμούς αυτούς προκύπτουν τα εξής βασικά χαρακτηριστικά των έργων:[2]

  • Σε κάθε έργο υπάρχει ένας συγκεκριμένος στόχος. Η υλοποίηση του έργου παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα με σαφείς προδιαγραφές όσον αφορά την ποιότητα, τη χρονική διάρκεια ολοκλήρωσης και το συνολικό κόστος του.
  • Κάθε έργο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, με την έννοια ότι ακόμη και σε έργα που επαναλαμβάνονται συχνά ορισμένες παράμετροί τους διαφέρουν.
  • Σε πολλές περιπτώσεις, στο έργο εμπλέκονται παράμετροι, όπως η χρήση νέας τεχνολογίας, για τη διαχείριση των οποίων δεν υπάρχει εξοικείωση ή χρειάζεται να επιλυθούν ειδικά προβλήματα για τα οποία η διαθέσιμη γνώση είναι περιορισμένη. Τα έργα αυτά χαρακτηρίζονται από υψηλή διακινδύνευση και αβεβαιότητα.
  • Το έργο είναι μια προσωρινή δραστηριότητα με την έννοια ότι για την υλοποίησή του οργανώνονται ad hoc παραγωγικοί πόροι (άνθρωποι, υλικά και εξοπλισμός). Άπαξ και ολοκληρωθεί το έργο, το όλο σύστημα οργάνωσης είτε μετασχηματίζεται σε ένα νέο σχήμα είτε συνήθως διαλύεται.
  • Ένα έργο απαιτεί τη χρησιμοποίηση και τον συντονισμό ανθρώπων διαφόρων ειδικοτήτων και ενδεχομένως πολλών επιχειρήσεων για να υλοποιηθεί.
  • Η υλοποίηση του έργου περνάει διάφορες φάσεις κατά τις οποίες γενικά αλλάζουν οι άνθρωποι, ο εξοπλισμός, οι πόροι, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, οι απαιτούμενες εργασίες.

Υπ΄ αυτό το πρίσμα, έργο είναι η ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος ή υπηρεσίας, η αναδιάρθρωση μιας επιχείρησης ή οργανισμού, ο σχεδιασμός και η εγκατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού σε εργοστάσιο, η ανάπτυξη ενός νέου πληροφορικού συστήματος ή λογισμικού, η εφαρμογή μιας νέας διαδικασίας στην επιχείρηση, η οργάνωση μιας πολιτιστικής εκδήλωσης ή μιας πολιτικής καμπάνιας. Για όλα αυτά τα ετερόκλητα έργα έχει συγκροτηθεί ένα σύνολο γενικώς αποδεκτών γνώσεων, με την έννοια ότι εφαρμόζονται ως επί το πλείστον στην πλειονότητα των έργων. Βεβαίως, το ποιες από αυτές είναι κατάλληλες για συγκεκριμένο έργο θα αποφασιστεί εν τέλει από την ομάδα διαχείρισης του έργου. Επομένως, η Διαχείριση των Κατασκευών είναι απλώς μια περιοχή εφαρμογής της διαχείρισης έργων, η οποία καθορίζεται από τις ειδικές γνώσεις (π.χ. σχετικά με τις δομικές μηχανές) και τις ιδιάζουσες πρακτικές του τομέα των κατασκευών. Διαφορετικές γνώσεις και πρακτικές έχουν αναπτυχθεί, λόγου χάρη, για τον σχεδιασμό προϊόντων ή την ανάπτυξη πληροφορικών συστημάτων.

Πέραν των τεχνικών έργων, αυτονόητη είναι η σημασία της ορθολογικής διαχείρισης των έργων πληροφορικής, λόγω των υψηλών ποσοστών αστοχίας τους, αλλά και για βιομηχανικές επιχειρήσεις μαζικής παραγωγής, παραδοσιακά ξένες προς τη λογική της ΔΕ. Αρχής γενομένης από το 1970 και ιδίως την τελευταία δεκαπενταετία, δραματικές αλλαγές επήλθαν σε βιομηχανικούς κλάδους στο πλαίσιο μιας μετάλλαξης από την μαζική παραγωγή προς μια παραγωγή της ποικιλίας, της ποιότητας και της καινοτομίας. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όπου παραγωγή και σχεδιασμός αναμειγνύονται, αυξάνονται οι απαιτήσεις και συμπιέζονται οι προθεσμίες, η ΔΕ αποδείχθηκε μονόδρομος για να αντιμετωπιστούν αυτές οι αλλαγές.

Διαχείριση Έργων είναι η CPM και η PERT;

Η (παρωχημένη πλέον) άποψη ότι η οικονομική και διοικητική διαχείριση μόνον έμμεσα αφορά τους μηχανικούς είχε ως συνέπεια να υποτιμηθεί η σημασία της ΔΕ στα προγράμματα σπουδών και ο διαθέσιμος χρόνος για θέματα διαχείρισης να περιοριστεί στο ελάχιστο. Έτσι, η εκπαίδευση περιορίστηκε στον προγραμματισμό του έργου, με αποτέλεσμα η ΔΕ να καταλήξει να ταυτίζεται με τη CPM και την PERT, τις δύο γνωστότερες μεθόδους χρονοπρογραμματισμού.[3] Η έλλειψη μεταπτυχιακών σπουδών επιδείνωσε αυτή την κατάσταση, ενώ τα περισσότερα προγράμματα επιμόρφωσης, οργανωμένα κυρίως από το ΤΕΕ, μολονότι συνέβαλαν αναμφισβήτητα στην κατάρτιση των ελλήνων μηχανικών, ιδίως στην εκμάθηση λογισμικών διαχείρισης έργων, ουσιαστικά αναπαρήγαγαν την ίδια λογική.

Παραμερίζοντας το γεγονός ότι η μέθοδος PERT χρησιμοποιείται σπάνια (ορισμένοι ισχυρίζονται ότι πρακτικά έχει εξαφανιστεί), πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές οι γνώσεις καλύπτουν μόνον την τρίτη και ίσως και την τέταρτη γνωστική περιοχή από τις εννέα που κατά το PMBOK αποτελείται η ΔΕ.[4] Για παράδειγμα, παρακάμπτεται η διαχείριση του σκοπού του έργου, η οποία περιλαμβάνει όλες τις διεργασίες που θα εξασφαλίσουν ότι καταγράφηκαν όλες οι εργασίες, και μόνον αυτές, ώστε να ολοκληρωθεί το έργο με επιτυχία, και καταλήγει στην Work Breakdown Structure που αποτελεί τη βάση για τον προγραμματισμό των δραστηριοτήτων.

Στην πιο «σκληρή» της εκδοχή, η άποψη αυτή θεωρεί ότι η ΔΕ είναι κλάδος της Επιχειρησιακής Έρευνας. Σε τμήματα πολυτεχνικών σχολών, πλην των τμημάτων Πολιτικών Μηχανικών, η πρώτη επαφή με τη ΔΕ έγινε στα πλαίσια του μαθήματος της Επιχειρησιακής Έρευνας. Βεβαίως, σε σχέση με την προηγούμενη περίπτωση τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα, αφού επρόκειτο για ένα ανάμεσα σε αρκετά θέματα που έπρεπε να καλυφθούν. Το αντικείμενο του μαθήματος ήταν, ορθά, οι αλγόριθμοι που συνδέονται με τον προγραμματισμό του έργου και ουσιαστικά άρχιζε θεωρώντας ότι το έργο είχε διασπαστεί σε δραστηριότητες, είχαν καθοριστεί οι μεταξύ τους περιορισμοί όσον αφορά τη σειρά εκτέλεσής τους και είχαν προσδιοριστεί οι διάρκειές τους. Δεδομένου ότι η Επιχειρησιακή Έρευνα εστιάζεται στην ανάπτυξη αποτελεσματικών αλγορίθμων και μεθόδων για την αντιμετώπιση πολύπλοκων προβλημάτων, ασφαλώς είναι πολύτιμη η συμβολή της στην ανάπτυξη της ΔΕ και των λογισμικών διαχείρισης έργων.

Αλλά η ΔΕ δεν είναι αλγόριθμοι. Η ΔΕ είναι ένας αυτόνομος επιστημονικός κλάδος, ο οποίος εξελίσσεται τόσο σε βάθος (μηχανική κόστους, διαχείριση κινδύνων, διαχείριση πιστοποιημένης αξίας κ.ο.κ.), όσο και σε πλάτος (ανθρώπινοι πόροι, ποιότητα, διαχείριση γνώσεων, οργανωσιακή μάθηση κ.ο.κ.). Είναι αυτόνομος με την έννοια ότι, πρώτον, συγκροτείται τόσο από ίδιες τεχνικές και μεθόδους, όσο και από δάνεια από συγγενείς κλάδους προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητές του. δεύτερον, περιέχει έναν πυρήνα γνώσεων ο οποίος είναι εφαρμόσιμος σε κάθε τύπο έργων, εμπλουτιζόμενος κατά περίπτωση με το περιεχόμενο της ειδικής εφαρμογής. τρίτον, υπάρχει μια επιστημονική και επαγγελματική κοινότητα που τον στηρίζει ποικιλοτρόπως (επιστημονικά περιοδικά, επαγγελματικές ενώσεις, συνέδρια). Εμπερικλείοντας την έννοια της αποτελεσματικότητας και της διοίκησης ανθρώπων, η ΔΕ είναι τμήμα του γενικού μάνατζμεντ, και μόνον υπ’ αυτή την προϋπόθεση είναι μικρής σημασίας αν κατά περίπτωση δίνεται έμφαση σε μια πιο «σκληρή» προσέγγιση της ΔΕ ή σε μια πιο «ήπια».

Αυτοδίδακτοι Διαχειριστές Έργων;

Μολονότι ορθά υποστηρίζεται ότι η επιτυχία ενός έργου εξαρτάται από την ωριμότητα της επιχείρησης να χειριστεί έργα, o ρόλος του Διαχειριστή ή του Υπεύθυνου του Έργου (Project Manager) είναι καθοριστικής σημασίας για κάθε τύπο έργου. Έχοντας την τελική ευθύνη του συντονισμού όλων των προσπαθειών για την επίτευξη των στόχων του έργου, ο Διαχειριστής του Έργου πρέπει να είναι πρόσωπο με χαρακτήρα και ειδικές διοικητικές αρετές, δεδομένου ότι η δουλειά του ούτε ρουτινιέρικη είναι ούτε τυποποιημένη: παίρνει αποφάσεις και δίνει λύσεις, αντιμετωπίζει απρόβλεπτα γεγονότα, αξιολογεί και ελέγχει, εμπνέει και κινητοποιεί ανθρώπους. Η συνοχή της ομάδας του έργου που τον πλαισιώνει, η δέσμευση και συνέπεια των μελών της, είναι κύριες φροντίδες του και προαπαιτούμενα για την επιτυχή υλοποίηση του έργου.

Μελετητές έχουν προσδιορίσει ένα τρίπτυχο ικανοτήτων που καλείται να έχει ο Διαχειριστής Έργων: Διοικητικές, Διαπροσωπικές, Τεχνικές. Μολονότι είναι ζητούμενο η σχετική βαρύτητα αυτών των ικανοτήτων, αναγνωρίζεται ότι απαιτείται οπωσδήποτε η βασική κατανόηση και εμπειρία των λειτουργιών που εμπλέκονται στο έργο. Πάντως, οι απόψεις συγκλίνουν στο ότι οι τεχνικές ικανότητες είναι σχετικά μικρότερης σημασίας από τις διαπροσωπικές και επικοινωνιακές ικανότητες (υποκίνηση, εξουσιοδότηση, διαχείριση συγκρούσεων), ενώ υψηλή προτεραιότητα σε σχετικές έρευνες έχουν οι ηγετικές ικανότητες και η ικανότητα ομαδικής εργασίας. Αν ισχύουν αυτά, το ερώτημα είναι πώς μπορούν να αποκτηθούν αυτές οι ικανότητες και δεξιότητες.

Μια ευρέως διαδεδομένη άποψη είναι το ότι η ΔΕ είναι κατά βάση θέμα εμπειρίας και ότι χρειάζονται λίγες, αν όχι μηδαμινές, γνώσεις για να γίνει κανείς καλός διαχειριστής έργων. Αρκεί κάποιος να μάθει τις τεχνικές, και τα της διοίκησης θα τα μάθει στην πράξη… Δεν είναι σωστή αυτή η άποψη, για τον απλό λόγο ότι δεν χρειάζεται να ανακαλύπτουμε τον τρόχο καθημερινά. Η διαχείριση έργων είναι συγχρόνως επιστήμη και τέχνη. Είναι επιστήμη διότι στηρίζεται σε συγκροτημένο σύνολο γνώσεων και μεθόδων. και είναι τέχνη με τη διπλή έννοια ότι στην εφαρμογή της αφενός υπεισέρχονται γνώσεις και δεξιότητες που αποκτήθηκαν στην πράξη και, αφετέρου, ότι είναι διεργασία δημιουργίας. Η διπλή αυτή διάσταση σημαίνει ότι οι επαγγελματικές ικανότητες θα αποκτηθούν τόσο από την εκπαίδευση όσο και από την εμπειρία. Φυσικά, μια σειρά γνώσεων -η ρητή (explicit) ή δομημένη γνώση κατά τον M. Polanyi – μπορεί και πρέπει να μεταδοθεί με κλασικές μεθόδους εκπαίδευσης. Ωστόσο, και γνώσεις -η άρρητη (tacit) ή αδόμητη γνώση – που αποκτώνται στην πράξη μπορούν να ενσωματωθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία αν χρησιμοποιηθούν υποκατάστατα της εμπειρίας, όπως οι μελέτες περιπτώσεων και οι προσομοιώσεις.

Ο Διαχειριστής Έργων είναι ένα αναδυόμενο επάγγελμα. Την τελευταία δεκαετία έχουν αναπτυχθεί διεθνώς πρωτοβουλίες από επαγγελματικές ενώσεις με σκοπό να αναγνωριστεί η διαχείριση έργων ως επάγγελμα, μέσω συγκροτημένων διαδικασιών και πιστοποιήσεων. Σε ατομικό επίπεδο μια πιστοποίηση παρέχει αναμφισβήτητα πλεονεκτήματα. Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι πολύ νωρίς οι διαχειριστές έργων να επιδιώξουν επαγγελματική αναγνώριση παρόμοια με άλλα κλασικά επαγγέλματα (μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι) -ποιος άκουσε ένα παιδί να λέει ότι «όταν θα μεγαλώσω θα γίνω διαχειριστής έργων»; Η επαγγελματική αναγνώριση δεν μπορεί να εξαρτάται απλώς από μια επαγγελματική ένωση, αλλά θα πρέπει να απορρέει από ένα συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο που θα εκφράζει τη βούληση της πολιτείας. Πάντως, οι αλλαγές αυτές μας επιβάλλονται, δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε και, συνεπώς, θα πρέπει να προετοιμαστούμε κατάλληλα.

Συμπεράσματα

Η ΔΕ ξεπήδησε από τους μηχανικούς, είναι συνυφασμένη με τη φύση της δουλειάς τους και, επομένως, (πρέπει να) είναι ουσιαστικό στοιχείο της εκπαίδευσής τους. Η ΔΕ ούτε ταυτίζεται με τη διαχείριση έργων Πολιτικού Μηχανικού, ούτε μπορεί να συρρικνώνεται στις, οπωσδήποτε χρήσιμες, τεχνικές του χρονοπρογραμματισμού των εργασιών.

Ολοένα και πιο πιεστική γίνεται η ανάγκη για μηχανικούς όλων των ειδικοτήτων με διοικητικές ικανότητες, για επαγγελματίες μηχανικούς ικανούς να επιλύουν τεχνικά, διαχειριστικά, και κοινωνικά προβλήματα. Τα κακά νέα είναι ότι έχουμε μείνει πίσω ως χώρα και πρέπει γρήγορα να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο. Τα καλά νέα είναι, πρώτον, ότι αρκετοί έχουν ήδη συνειδητοποιήσει το μέγεθος του προβλήματος, δεύτερον, ότι η χώρα διαθέτει ικανούς μηχανικούς και, τρίτον, ότι οι μηχανικοί, όχι μόνο διαθέτουν το υπόβαθρο να γίνουν ικανοί διαχειριστές έργων, αλλά με συγκροτημένη εκπαίδευση θα είναι σε θέση να ασκήσουν αποτελεσματική διοίκηση σε οποιαδήποτε οργάνωση, ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα, και σε οποιοδήποτε επίπεδο διοίκησης.

 


 

[1] Έχοντας πίσω του μια ιστορία περίπου είκοσι ετών, το ΡΜΒΟΚ αντανακλά τις προσπάθειες του Project Management Institute να καθορίσει τα πρότυπα για το επάγγελμα του διαχειριστή έργων με την έννοια ότι, πρώτον, θα προσδιορίζει τις γνώσεις και πρακτικές της ΔΕ. δεύτερον, θα αποτελεί τη βάση για την επαγγελματική πιστοποίηση των διαχειριστών έργων. τρίτον, θα καθορίζει το πλαίσιο για πιστοποιημένη εκπαίδευση στη ΔΕ. Βλ. σχ. PMI (2000), A Guide to the Project Management Body of Knowledge, PMBOKÒ Guide, 2000 Edition, Project Management Institute, Inc. Pennsylvania. Πρότυπα γνώσεων για τη ΔΕ έχουν προταθεί και από άλλες ενώσεις ή βρίσκονται υπό επεξεργασία.

[2] Κ. Π. Αναγνωστόπουλος (1996), Οικονομική και Διοικητική των Επιχειρήσεων, ΔΠΘ, Ξάνθη, Μέρος ΙΙΙ.

[3] Κ. Π. Αναγνωστόπουλος, Λ. Παπαβασιλείου (2003), «Διαχείριση Έργων είναι η CPM και η PERT; Το PMBOK ως Πλαίσιο της Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης των Μηχανικών» στο Π. Παντουβάκης (επιμ.), Πρακτικά Διημερίδας ΕΜΠ-ΤΕΕ – «Εκπαίδευση & Συνεχιζόμενη Κατάρτιση στη Διαχείριση Έργων», Αθήνα, (CD).

[4] Η ΔΕ, κατά το ΡΜΙ, αποτελείται από τις ακόλουθες εννέα επιμέρους γνωστικές περιοχές: Διαχείριση Ολοκλήρωσης των Έργων (Project Integration Management). 2/ Διαχείριση Σκοπού των Έργων (Project Scope Management). 3/ Διαχείριση Χρόνου. 4/ Διαχείριση Κόστους. 5/ Διαχείριση Ποιότητας. 6/ Διαχείριση Ανθρωπίνων Πόρων. 7/ Διαχείριση Επικοινωνιών. 8/ Διαχείριση Κινδύνων. 9/ Διαχείριση Προμηθειών. Κάθε μία από αυτές τις γνωστικές περιοχές συντίθεται από «διεργασίες» (processes). Μια διεργασία είναι μια σειρά ενεργειών που προκαλούν ένα αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, η Διαχείριση Κόστους των Έργων αποτελείται από τις διεργασίες: Προγραμματισμός Πόρων, Εκτίμηση Κόστους, Προϋπολογισμός Κόστους, Έλεγχος Κόστους. Ένα σύνολο 37 διεργασιών αναγνωρίζονται στο σύνολο των εννιά γνωστικών περιοχών. Οι διεργασίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και οργανώνονται σε πέντε «ομάδες διεργασιών»: έναρξης, προγραμματισμού, υλοποίησης, ελέγχου, περάτωσης. Οι ομάδες διεργασιών συνδέονται μεταξύ τους μέσω των εκροών που παράγουν και αλληλοεπικαλύπτονται στις διάφορες φάσεις του έργου.