Αριστερά ή Δεξιά;

Συνομιλείτε στο τηλέφωνο με έναν φίλο σας όταν ξαφνικά πέφτει η γραμμή. Πώς μπορεί να συνεχιστεί η συζήτηση; Η επικοινωνία είναι ανέφικτη αν ο ένας περιμένει να τηλεφωνήσει ο άλλος ή αν και οι δύο επιχειρήσετε να τηλεφωνήσετε ταυτόχρονα. Πρέπει, επομένως, να τηλεφωνήσει οπωσδήποτε μόνον ο ένας από τους δύο. Στην πράξη φυσικά το αδιέξοδο είναι ανύπαρκτο: όλοι γνωρίζουν ότι «οφείλει» να ξανακαλέσει όποιος τηλεφώνησε.

Κανένα κέντρο αποφάσεων δεν καθόρισε ότι σε μια τηλεφωνική επικοινωνία όποιος κάλεσε πρέπει να ξανακαλέσει αν πέσει η γραμμή. Η σύμβαση αναδύθηκε αυθόρμητα μέσα από την πρακτική, ασφαλώς επιταχύνοντας την εδραίωσή της όσο αυξάνονταν οι άνθρωποι που την υιοθετούσαν. Αλλά, όπως δείχνει και η θέσπιση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, συμβάσεις μπορούν να επιβληθούν τόσο αυθόρμητα όσο και από μια κεντρική εξουσία.

Αυθόρμητες συμβάσεις

Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα στην Ευρώπη κυριαρχούσε η κυκλοφορία στην αριστερή πλευρά του δρόμου, όταν διασταυρώνονταν άνθρωποι και οχήματα, γεγονός που αποδίδεται στο ότι η πλειονότητα των ανθρώπων είναι δεξιόχειρες. Το ανέβασμα στο άλογο γινόταν από τα αριστερά, πράγμα που εν συνεχεία ωθούσε σε κυκλοφορία στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Επιπλέον, οι οπλισμένοι πεζοί και έφιπποι κυκλοφορούσαν αριστερά για να μπορούν ως δεξιόχειρες να αντιμετωπίσουν με το σπαθί τους, αν χρειαζόταν, όποιον ερχόταν από απέναντι.

Καθοριστικής σημασίας για την αλλαγή του κανόνα υπήρξε η εμφάνιση ιππήλατων φορτηγών οχημάτων. Στα μεγάλα αυτά τετράτροχα κάρα, που έσερναν έξι ή οκτώ άλογα, οι αμαξοδηγοί κάθονταν στο πίσω αριστερό άλογο, οπότε αναγκαστικά κυκλοφορούσαν στη δεξιά πλευρά του δρόμου για να ελέγχουν το αντίθετο ρεύμα. Αντίθετα στην Αγγλία τα κάρα που παρέμειναν μικρά είχαν μια θέση στο μπροστινό μέρος όπου κάθονταν οι οδηγοί κρατώντας το καμουτσίκι στο δεξί τους χέρι, και η κυκλοφορία μπορούσε να συνεχίζεται στην αριστερή πλευρά -κανόνα που οι Άγγλοι επέβαλλαν σε όλες τους τις αποικίες.

Η ρύθμιση της κυκλοφορίας

Ιστορικά, η πρώτη επίσημη ρύθμιση έγινε το 1300 κατά τον εορτασμό του πρώτου Ιωβηλαίου της καθολικής εκκλησίας που, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, συγκέντρωνε καθημερινά 200.000 προσκυνητές από διάφορες χώρες. Μεταξύ των μέτρων που ελήφθησαν για να αντιμετωπιστεί το κυκλοφοριακό κομφούζιο ήταν και το διάταγμα του Πάπα Βονιφάτιου του VIII, το οποίο καθόριζε ότι οι προσκυνητές πρέπει να κινούνται στην αριστερή πλευρά όταν περνούν τη γέφυρα Sant’ Angelo. Δεδομένης της επιρροής του Πάπα, είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η ρύθμιση επηρέασε σημαντικά τις τοπικές και εθνικές πρακτικές.

Για λειτουργικούς επίσης λόγους επεβλήθη με κρατικό διάταγμα η δεξιά κυκλοφορία στις Φιλιππίνες το 1945 μετά την απελευθέρωση. Στην απόφαση έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τα χιλιάδες οχήματα του αμερικανικού στρατού, όπως παλιότερα στο Μεξικό οι μεγάλες εισαγωγές μεταχειρισμένων αμερικανικών αυτοκινήτων. Τελευταία μεγάλη χώρα που υιοθέτησε τη δεξιά κυκλοφορία ήταν η Σουηδία το 1967, αλλαγή στην οποία φαίνεται πως συνυπολογίστηκαν οι μεγάλες εξαγωγές της αυτοκινητοβιομηχανίας της καθώς και το μικρό μέγεθος της εσωτερικής αγοράς.

Αντίθετα στη Γαλλία η αλλαγή έγινε για συμβολικούς λόγους. Παραδοσιακά, οι άμαξες κυκλοφορούσαν στη αριστερή πλευρά του δρόμου και απέναντί τους οι πεζοί στη δεξιά. Αλλά οι καιροί αλλάζουν. Μετά την επανάσταση δημοκρατικό ήταν το «δεξιά» αφού έτσι κινούνταν ο λαός, και με διάταγμα υποχρεώθηκαν όλες οι άμαξες να κυκλοφορούν στη δεξιά πλευρά, καταλύοντας ένα ακόμη προνόμιο των προνομιούχων τάξεων…

Ο φόβος της ομοιομορφίας

Εκτός από την προφανή οικονομική σημασία τους, οι συμβάσεις και ειδικότερα τα βιομηχανικά και τεχνικά πρότυπα έχουν μη αμελητέες πολιτισμικές επιπτώσεις. Το μετρικό σύστημα όχι μόνο αντικατέστησε με καθαρά συμβατική σημασία την ανθρωπομετρική διάσταση των προηγούμενων μέτρων και σταθμών αλλά η αλλαγή ήταν ουσιαστικότερη, αφού χάρη σε τούτο το σύστημα επιβλήθηκαν οι ίδιες κατηγορίες σκέψης, χωρικές αναπαραστάσεις, νέες ιδέες των βαρών και των διαστάσεων, καθώς και η δεκαδική διαίρεση.

Εξασφαλίζοντας την αποτελεσματική επεξεργασία των πληροφοριών στα κοινωνικά συστήματα, τα πολιτισμικά στοιχεία υπήρξαν τόσο το υπόβαθρο επί του οποίου δομήθηκαν τα σύγχρονα κράτη όσο και ο συνεκτικός τους ιστός. Η δραστική μείωση όμως του κόστους της πληροφορίας στην εποχή μας φαίνεται πως διογκώνει συνεχώς τις δυσκολίες για τη συντήρηση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων ως μέσου για τη συγκρότηση των κοινωνιών, προκαλώντας ανησυχίες και φοβίες. Είναι ο φόβος της επερχόμενης ομοιομορφίας που προκαλεί τη δυσφορία, η αίσθηση ότι «θα χάσουμε την ψυχή μας» μαραζώνοντας σε έναν κόσμο όπου δεν θα αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας.

Τηρουμένων των αναλογιών, οι πολιτισμικές επικοινωνίες έχουν τον χαρακτήρα των δημόσιων αγαθών αφού αποκτούν υπόσταση, όχι σε ατομικό επίπεδο αλλά στα πλαίσια της κοινότητας που τις υιοθετεί. Ως εκ τούτου, η ατομική δράση στα πλαίσια των αγορών είναι δύσκολο να πετύχει ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ ποικιλομορφίας και ομοιομορφίας επειδή, όπως στα τεχνικά πρότυπα, θα οδηγήσει σε υποπαραγωγή ή υπερπαραγωγή προτύπων. Η κατάσταση όμως περιπλέκεται διότι το κράτος δεν φαίνεται επίσης ότι μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Υπό την πίεση ομάδων συμφερόντων προκειμένου να υιοθετήσουν αμφίβολης αξίας επικοινωνιακούς διαύλους και ανήμπορες συχνά να αντισταθούν στα χειρότερα εθνικιστικά ανακλαστικά και σε αιτήματα για πολιτισμικό προστατευτισμό, κυβερνήσεις και κόμματα μπορούν να εγκλωβίσουν τις χώρες τους σε πολιτισμικά πρότυπα που μόνο στη φαντασία ορισμένων δεν είναι απαξιωμένα.